Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει

301

Φάνης Mατσόπουλους

Διευθύνων Σύμβουλος Universal Carriers SA, Σύμβουλος EBEA

Η ελληνική κυβέρνηση στην προσπάθεια της να εξασφαλίσει την επιβίωση των ελληνικών επιχειρήσεων και κατ’επέκταση την ανάπτυξη και την κοινωνική συνοχή, εφάρμοσε παρόμοιες πολιτικές με άλλες χώρες της ΕΕ, στα πλαίσια της γενικότερης χαλάρωσης του Συμφώνου Σταθερότητας. Το πρόβλημα όμως που προκύπτει είναι ότι το δημόσιο χρέος αυξήθηκε και σε δεύτερο χρόνο η επαναδραστηριοποίηση των επιχειρήσεων προβλέπεται να γίνει σε ένα εντελώς διαφορετικό σκηνικό από αυτό που όλοι οι παράγοντες της αγοράς γνωρίζανε.

Η ελληνική οικονομία θεωρείται από πολλούς οπαδούς της “θεωρίας του ελατηρίου” ως το growth story της ΕΕ,οι οποίοι τονίζουν ότι θα επιτύχει ρυθμούς ανάπτυξης πολύ υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Το πρόβλημα όμως που διαχρονικά παραμένει και αποτελεί ένα επαχθές βάρος για την ελληνική οικονομία είναι το εξαιρετικά αυξημένο δημόσιο χρέος, το οποίο εξαιτίας των μέτρων στήριξης που ελήφθησαν κατά την διάρκεια της πανδημίας, αυξήθηκε ακόμη περισσότερο. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι τελευταίες εκδόσεις ομολόγων είχαν πολύ χαμηλό επιτόκιο αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η οικονομία μας θα πρέπει να επιστρέψει στα λάθη του παρελθόντος που την τελευταία δεκαετία έχουν εξαϋλώσει την μεσαία τάξη και έχουν πλήξει την επιχειρηματικότητα σε μέγιστο βαθμό.

Δομικό πρόβλημα

Με βάση τις μελέτες οίκων αξιολόγησης και μεγάλων τραπεζών του εξωτερικού – η αρχή έγινε από την έκθεση της Societe Generale -η ελληνική οικονομία θα πρέπει να σημειώνει πλεονάσματα 2% ετησίως μέχρι το 2035, ώστε το δημόσιο χρέος να μειωθεί στα προ πανδημίας επίπεδα. Ελάχιστες όμως χώρες έχουν επιτύχει σταθερά πλεονάσματα για τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα, ειδικά εν μέσω μίας παγκόσμιας αβεβαιότητας που οφείλεται σε ποικίλα γεγονότα και καταστάσεις όπως η αναβίωση του προστατευτισμού, η υπερβολικά χαλαρή νομισματική πολιτική, ο αυξημένος κίνδυνος πληθωριστικής έκρηξης, οι γεωπολιτικές τριβές κα. Το βασικότερο όμως στοιχείο που θα πρέπει να τονιστεί είναι ότι δεν μπορούν να επιτευχθούν βιώσιμα πλεονάσματα χωρίς παραγωγική – μεταποιητική βάση, παράγοντα στον οποίο έχουμε πολλάκις αναφερθεί ότι υστερεί σημαντικά η  χώρα μας. Σε αυτό το σημείο θα βιαστούν πολλοί να αναφέρουν ότι οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης είναι υπεραρκετοί για μπορέσουν να πραγματοποιηθούν συνδυαστικά επενδύσεις άνω των 100δις ευρώ που έχει ανάγκη η Ελλάδα για να μπορέσει να πετύχει βιώσιμη και μη πληθωριστική ανάπτυξη. Η αλήθεια είναι ότι οι πόροι αυτοί αποτελούν πολύ χρήσιμο εργαλείο αλλά δεν επαρκούν από μόνοι τους να λύσουν το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η χώρα μας. Το επενδυτικό περιβάλλον στην Ελλάδα, παρά την σημαντική βελτίωση που σημείωσε τα τελευταία δύο χρόνια, υστερεί σημαντικά συγκριτικά με άλλες χώρες. Ενδεικτικά αναφέρονται:

1)Φορολογία επιχειρήσεων.
Οι επιχειρήσεις φορολογούνται στην χώρα μας με 22% και με την προκαταβολή φόρου άνω του 70%, δημιουργούν συνθήκες μόνιμης υστέρησης ρευστότητας ειδικά για επιχειρήσεις, που επιτυγχάνουν ετήσια βελτίωση της κερδοφορίας τους. Η σύνοδος των G7 δεν προσδιόρισε τυχαία ως κατώτατο φορολογικό συντελεστή το 15% που οφείλει, εφόσον θεσπιστεί, να τηρείται με αυστηρότητα ως προς την εφαρμογή του. Θα πρέπει η φορολογία να μειωθεί στο 15% και η προκαταβολή φόρου να μηδενιστεί.

2)Έλλειψη θεσμικού πλαισίου
Επενδύσεις όπως αυτή του Ελληνικού ή οι ΑΠΕ στην περιφέρεια, σκαλώνουν στα γρανάζια μίας αδηφάγου γραφειοκρατίας οδηγώντας σε καθυστερήσεις που κυμαίνονται από 5 έως 13 χρόνια, εμφανίζοντας μία οικονομία που δεν λειτουργεί θεσμικά. Δεν μπορεί να θεωρείται επιτυχία να απαιτείται η παρέμβαση -νόμιμη και καλόπιστη- στελεχών της εκτελεστικής εξουσίας και του υπουργικού συμβουλίου για να προχωρήσει μία επένδυση αντιθέτως προκαλεί πολλές φορές συκοφαντικά σχόλια για τους παρεμβαίνοντες.

3)Βραδεία απονομή δικαιοσύνης
Στα πλαίσια των συμβατικών υποχρεώσεων αναφύονται πολλές φορές προβλήματα και διαφωνίες (disputes), οι οποίες πρέπει να επιλύονται όσο γίνεται ταχύτερα, αφού στο εκάστοτε συμβόλαιο υπάρχουν συνδεδεμένα τραπεζικά εργαλεία, όπως εγγυητικές ή αποθέματα, που πρέπει να εξαχθούν, εμπορεύματα που πρέπει άμεσα να παραληφθούν και να μεταποιηθούν κοκ. Ο χρόνος απονομής της στην χώρα μας κυμαίνεται από 700 ημέρες για τον πρώτο βαθμό και ξεπερνά τις 1100 για τον δεύτερο βαθμό. Πρακτικά σημαίνει ότι χρήματα παραμένουν “μπλοκαρισμένα” για 700 ή για 1800 μέρες αν υπάρξει έφεση. Αυτό συνεπάγεται κόστος για όλους τους εμπλεκόμενους και αποτελεί βαθύτατο ανασταλτικό παράγοντα για τις επενδύσεις. Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της Ελλάδας είναι η αναλογία δικαστών 2 ανά 10.000 κατοίκους ενώ στην ΕΕ είναι  2,1. Ο αριθμός των δικηγόρων είναι 38,9 ανά 10.000 κατοίκους ενώ στην ΕΕ 18,3 και ο χρόνος πρωτοβάθμιας εκδίκασης στην χώρα μας είναι 50% υψηλότερος από την ΕΕ. Πρέπει να προωθηθεί ο θεσμός της διαιτησίας και της μεσολάβησης, ο οποίος στο εξωτερικό και ειδικά στην ποντοπόρο ναυτιλία αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο για την φθηνότερη και ταχύτερη επίλυση των νομικών διαφορών.

4)Άρθρο 16 και φιλοσοφία μαθημάτων
Σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης πρέπει να εξοικειώνονται οι μικροί μαθητές στην κατανόηση του τρόπου λειτουργίας της ελεύθερης αγοράς και των ευεργετικών αποτελεσμάτων που έχει η καθιέρωση της σε όλες τις πτυχές τις καθημερινής μας ζωής. Πρέπει να σταματήσει η ηθική αμαύρωση της επιτυχίας, η πεποίθηση ότι κάποια πλευρά μόνο έχει το μονοπώλιο της κοινωνικής ευαισθησίας. Πρέπει το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων να συναινέσει στην διαμόρφωση ενός συστήματος εκπαίδευσης που από το δημοτικό θα διευρύνει τους ορίζοντες και τον τρόπο σκέψης των μαθητών, θα τους καλλιεργεί την συγκριτική ανάλυση και θα αναιρεί τις στερεοτυπικές δογματικές αντιλήψεις, στις οποίες οι μαθητές πολλές φορές βρίσκουν καταφύγιο για να εργαστούν λιγότερο είτε στην ακαδημαϊκή είτε στην μετέπειτα ζωή τους. Κορωνίδα των μεταρρυθμίσεων και της σύγκλισης πρέπει να είναι η άρση της απαγόρευσης λειτουργίας ιδιωτικών πανεπιστημίων. Οι μαθητές και οι φοιτητές πρέπει να έχουν την δυνατότητα να επιλέγουν σε ποιο πανεπιστήμιο θα φοιτήσουν και να μην οδηγούνται στην λογική του μονόδρομου στην αγκαλιά του κρατικού πανεπιστημίου. Από άποψη κόστους κερδισμένοι θα είναι οι σπουδαστές, οι οποίοι θα γλιτώνουν τα έξοδα διαβίωσης του εξωτερικού και τα έξοδα μετακίνησης. Ο μεγάλος κερδισμένος θα είναι όμως η Ελλάδα και η πολύπαθη οικονομία της. Τετρακόσια εκατομμύρια ευρώ ετησίως δαπανούν οι έλληνες φοιτητές στο εξωτερικό για το σύνολο της διαμονής και της εκπαίδευσης τους. Επιπλέον θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι ανοίγει μία νέα αγορά για πολλούς φοιτητές της Μέσης Ανατολής και της Ασίας που θα προτιμούσαν να ζουν και να φοιτούν στην μεσογειακή Ελλάδα αντί σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθιστώντας την εκπαιδευτικό Hub της ηπείρου. Το συνολικό όφελος σε περίπτωση που λειτουργήσει ομαλά το εγχείρημα αυτό υπολογίζεται στο 1 δις ευρώ. Παράλληλα θα ανασχέσει το brain drain και θα ενεργοποιήσει τα ελληνικά κρατικά ΑΕΙ και ΤΕΙ να βελτιώσουν το επίπεδο των σπουδών τους και τις υποδομές τους. Σε καμία περίπτωση οι σκέψεις αυτές δεν έχουν ως σκοπό να απομειώσουν τα ελληνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Αντιθέτως η συνύπαρξη ιδιωτικών και δημοσίων πανεπιστημίων θα δημιουργήσει ανταγωνισμό, στοιχείο απαραίτητο για την βελτίωση των παρεχόμενων υπηρεσιών. Απόλυτα κερδισμένοι τελικά θα είναι οι Έλληνες μαθητές που θα έχουν να επιλέξουν ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς πυλώνες του ευρύτερου εκπαιδευτικού συστήματος σύμφωνου με τις σύγχρονες αντιλήψεις, που κυριαρχούν στον ενοποιούμενο και παγκοσμιοποιούμενο κόσμο.

Η αλλαγή

Οι πολλαπλές αγκυλώσεις που σημειώνονται στα προαναφερθέντα σημεία προκαλούν απώθηση των μακροπρόθεσμων στρατηγικών επενδυτών και  προσέλκυση εκείνων που στοχεύουν σε distressed assets, που θα τους χαρίσουν πολύ μεγάλες αποδόσεις χωρίς να ενισχύουν την παραγωγική βάση της χώρας μας. Για να μπορέσει μία χώρα να οδηγηθεί με επιτυχία στην προσέλκυση μακροχρόνιων στρατηγικών επενδυτών, που θα δώσουν ξεκάθαρη ψήφο εμπιστοσύνης στην οικονομία μας, θα πρέπει να επέλθει πλήρης αυτοματοποίηση των διαδικασιών με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα ανά φορέα και με ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΟΥΣ  ΚΑΝΟΝΕΣ που δεν θα αλλάζουν. Η ελληνική οικονομία και οι χαράκτες της πολιτικής οφείλουν να αποβλέπουν στην ένταξη της παραγωγής των μικρομεσαίων, και όχι μόνο, στις διεθνείς απαιτήσεις και στο ευρύτερο πλέγμα της διεθνοποιημένης λειτουργίας των οικονομιών, ώστε να παρακαμφθούν οι αρνητικοί παράγοντες και να διαρθρωθεί γραμμική και όχι ευκαιριακή ανάπτυξη.

Μόνο μέσω της σταθερότητας θα μπορέσει η Ελλάδα να αποτελέσει μαγνήτη για τους σταθερούς διεθνείς επενδυτές, οι οποίοι δεν θα δουν την χώρα μας ως πεδίο φευγαλέων  τυχοδιωκτικών κινήσεων αλλά ως όχημα μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, που δομείται στην γνώση και στην εμπειρία από τα λάθη του παρελθόντος και στην έμπρακτη απόφαση αποφυγής επανάληψής τους στο μέλλον. Μόνο όταν πετύχουμε αυτή την αλλαγή, θα μπορέσει πραγματικά να ανακάμψει η οικονομία, να σταθεροποιηθούν τα ελλείμματα και να αρχίσει η ραγδαία αποκλιμάκωση του χρέους.

Για να μπορέσει να εμπεδωθεί η σταθερότητα οφείλουν όλα τα πολιτικά κόμματα να προσέλθουν καλόπιστα σε διάλογο και να συζητήσουν με επιχειρήματα και αξιοποιώντας την επιστημονική γνώση να καταρτίσουν ένα οδικό χάρτη που θα επιτρέψει στην χώρα μας να ΑΛΛΑΞΕΙ και να καταστεί χώρα πρότυπο για τις ξένες εταιρείες. Η όξυνση, ο διχασμός και η πόλωση δεν προσδίδουν στο ΑΕΠ. Η εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών, όπου οι αντιπολιτευόμενοι οφείλουν υποχρεωτικά να διαφωνούν και να συγκρούονται μιλώντας σε – πολύ περιορισμένα πλέον- στενά ακροατήρια οπαδικών εντάξεων απέδειξε ότι ήταν ο κυρίαρχος λόγος της κακοδαιμονίας στην οικονομία – και όχι μόνο- της πατρίδας μας.

Ο πολιτικός κόσμος και όσοι τον ακολουθούν πρέπει να οδηγήσουν στην πορεία αυτή που μόνο θετικά έχει να προσδώσει στην ταλαιπωρημένη ελληνική οικονομία. Η Ελλάδα πρέπει να αλλάξει!