Οι Μεγάλες Μετακινήσεις Πληθυσμών στην Ευρώπη από το 1945 και μετά

235

Γεώργιος Οικονόμου

 

Οι μετακινήσεις πληθυσμών, ακούσιες και εκούσιες, δεν είναι καινούργιο φαινόμενο στην Ευρώπη. Μετακινήσεις σε μεγάλη κλίμακα έγιναν και μεταξύ των δύο παγκοσμίων πολέμων και μαζικές μετακινήσεις μόλις ετελείωσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος.

Σήμερα, επιχειρείται μεγάλης εκτάσεως κατευθυνόμενη μετανάστευση προς την Ευρώπη από μη Ευρωπαίους. Όμως οι ανησυχίες κατά πόσον οι μετανάστες μπορεί να ενσωματωθούν, οι οποίες αυξήθηκαν δραματικά λόγω του τεράστιου κύματος των αφίξεων στην Ελλάδα, Ιταλία και Ισπανία το 2015 υπήρχαν και στην αμέσως μεταπολεμική περίοδο εν σχέσει με τους Γερμανούς και τους Ανατολικό – Ευρωπαίους.

Τα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του Βερολίνου είδαν την μεγαλύτερη ομαδική μετακίνηση μιας εθνότητος στην Ευρωπαϊκή ιστορία.

Η τύχη των Γερμανών προσφύγων ήταν συνδεδεμένη με την ήττα και έγινε αποδεκτή ως δίκαιη τιμωρία. Δέκα εκατομμύρια Γερμανοί επιρρεάσθηκαν: 2.7 εκατ. εξεδιώχθησαν από την Σουδητία και από άλλα μέρη της Τσεχοσλοβακίας. 6 εκατ. εξεδιώχθησαν από την Πολωνία και εκατοντάδες χιλιάδες από την Γιουγκοσλαβία, Ουγγαρία και Ρουμανία. Πρέπει να εκδιώξουμε όλους τους Γερμανούς επειδή τα κράτη είναι δομημένα πάνω στο έθνος και όχι πάνω σε πολυεθνικές δομές, έλεγε ο Gomulka ο κομμουνιστής ηγέτης της Πολωνίας. Ο Churchill επίσης εκάλεσε τους Πολωνούς να εκδιώξουν τους Γερμανούς. Ο φιλελεύθερος Πρόεδρος της Τσεχοσλοβακίας, Edvard Beneš, συμβούλευσε τους συμπατριώτες του να «απαλλάξουν την χώρα από το Γερμανικό πρόβλημα».

Η Συμφωνία του Potsdam μεταξύ των συμμάχων τον Ιούλιο 1945 επρονόει ότι η μετακίνηση των Γερμανών «πρέπει να είναι ανθρωπιστική και να γίνει με τάξη». Βέβαια πολύ λίγη σημασία εδόθη στον όρο αυτό.

Η δυστυχία των εκδιωχθέντων Γερμανών δεν ετελείωσε όταν έφθασαν στα δύο εμβρυακά μεταπολεμικά κρατίδια της Γερμανίας, στις δυτικές ζώνες κατοχής οι οποίες αργότερα εξελίχθησαν στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία και στην σοβιετική ζώνη η οποία μεταξελήχθη στην Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας.

Οι εκδιωχθέντες, παρά το ότι φυλετικά ήσαν Γερμανοί, αντιμετώπισαν προκαταλήψεις και εχθρότητα από τους συμπατριώτες τους σε μια κατεστραμμένη κυριολεκτικά οικονομία με τεράστιες ελλείψεις σε καταλύματα.

Πολλοί εβολεύτηκαν σε σοφίτες, υπόγεια και στάβλους καθώς και σε παλιά καταφύγια και στρατόπεδα. Αρχικώς ίσως υπήρχε κάποια συμπάθεια από τους ντόπιους, αλλά σύντομα άρχισαν οι εχθρότητες. Πολλοί τους κατηγορούσαν ότι το αίμα τους είχε μολυνθεί με «σλαβικό» αίμα μετά από αιώνες συμβίωσης στην Ανατολική Ευρώπη. Η μνησικακία ανέβαινε αναλογικά με τον αριθμό των νεοαφιχθέντων.

Το 1950 οι μετανάστες έφταναν το 17% του πληθυσμού της Δυτικής Γερμανίας και το 24% της Ανατολικής.

Είχαν προωθηθεί σε αγροτικές περιοχές οι οποίες είχαν υποστεί λιγότερες καταστροφές. Οι ντόπιοι κάτοικοι είχαν μοιρασθεί, κυρίως λόγω του φόβου ότι οι μετανάστες θα υπεστήριζαν ρεβανσιστικές απαιτήσεις για την επανάκτηση των «χαμένων» εδαφών, πράγμα που τελικώς δεν απεφεύχθη.

Στην ίδια περίοδο υπήρχαν δεκάδες μικρότερων μεν αλλά όχι ευκαταφρόνητων μετακινήσεων άλλων εθνοτήτων.

Ο Στάλιν εξεδίωξε Πολωνούς από την Ουκρανία και 430,000 από την Σοβιετική Ένωση εγκατέστησε στην Φιλανδία. Περίπου 100,000 Τσέχοι και Σλοβάκοι μετεφέρθησαν από την Γιουγκοσλαβία. Η αναγκαστική μετεγκατάσταση, μερικές φορές ωραιοποιημένη ως εθελοντική μετανάστευση, εσυνεχίσθη για πολλά χρόνια.

Το 1950, η Βουλγαρία άρχισε να «επαναπατρίζει» 350,000 Τούρκους. Εδόθησαν 90 ημέρες να εγκαταλείψουν την χώρα, παίρνοντας μαζί τους ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν.

Η Δυτική Γερμανία, παρ’ όλο που ακόμη προσπαθούσε να ενσωματώσει το πρώτο κύμα των εκδιωχθέντων Γερμανών, καλωσόριζε φυγάδες από την Ανατολική Γερμανία επειδή επέλεγαν την ελευθερία αντί τον ολοκληρωτισμό.

Κατά την διάρκεια του συμμοριτοπολέμου στην Ελλάδα (1946-1949) τα παιδιά των κομμουνιστών μετεφέρθησαν στην Ανατολική Ευρώπη. Μερικά επέστρεψαν στην δεκαετία του 1950 με την βοήθεια του Ερυθρού Στρατού. Η Ελλάδα ισχυριζόταν ότι τα παιδιά ήσαν όμηροι του Σλαβο-κομμουνιστών.

Στην διαμόρφωση κυβερνητικής πολιτικής οικονομικές απόψεις ήταν εξ’ ίσου αποφασιστικές όπως οι ιδεολογικές. Πολλές δυτικές χώρες εγκατέστησαν προγράμματα για μετανάστες για να αυξήσουν μεταπολεμικά το εργατικό τους προσωπικό.

Η άφιξη 492 κατοίκων των Δυτικών Ινδιών στην Βρεταννία περιγράφεται ως το ενωρίτερο παράδειγμα μετανάστευσεως στην Βρεταννία, όμως τον Φεβρουάριο 1947, ένα χρόνο προηγουμένως, το Υπουργείο Εργασίας είχε αποστείλει αξιωματούχους για να στρατολογήσουν άτομα που ευρίσκονταν σε στρατόπεδα στην Γερμανία και είχαν χάσει τα σπίτια τους, συμπεριλαμβανομένων ατόμων από τις Βαλτικές χώρες, Πολωνούς, Ουκρανούς και Λιθουανούς. Οι στρατολογούμενοι αναφέρονταν ως «Ευρωπαίοι Εθελοντές Εργάτες». Οι Άγγλοι προτιμούσαν άτομα από τις Βαλτικές χώρες και μετά τους Πολωνούς και του Ουκρανούς. Μεταξύ 1946 και 1949 τουλάχιστον 90,000 άνδρες και γυναίκες είχαν εργοδοτηθεί βάσει του προγράμματος αυτού.

Επιστήμονες άρχισαν να απασχολούνται ως υδραυλικοί και αγρότες για να αυξήσουν τις πιθανότητες εργοδοτήσεως τους. Ελέγχοντο στα στρατόπεδα για τυχόν σωματική ή πνευματική αδυναμία. Η διαδικασία επιλογής έχει περιγραφεί ως σκλαβοπάζαρο. Ήταν τόσο σκληρή ώστε 175.000 τρόφιμοι παρέμεναν στα στρατόπεδα στην Γερμανία πέντε χρόνια μετά το τέλος του πολέμου.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1950, καθώς είχαν αρχίσει οι αποικίες να αποκτούν την ανεξαρτησία τους, η πρώτη φουρνιά των μη – Ευρωπαίων άρχισε να καταφθάνει, κινούμενοι βόρεια και δυτικά.

Μετά την ανεξαρτησία της Αλγερίας το 1962, σχεδόν ένα εκατομμύριο Γάλλοι έποικοι επέστρεψαν στην μητέρα – πατρίδα. Παρ’ όλο που πολλοί “piedsnoirs” στην αρχή κοιμόντουσαν στα λιμάνια και στα δημόσια πάρκα, η κυβέρνηση σε σύντομο διάστημα οργάνωσε ένα τεράστιο πρόγραμμα ανακουφίσεως. Σε αντίθεση, οι Αρκί (harkis), οι Αλγερινοί Μουσουλμάνοι που επολέμησαν στο πλευρό των Γάλλων, ήσαν λιγότερο τυχεροί.

Η κυβέρνηση ανέλαβε την ευθύνη να τους προστατεύσει, τους έφερε στην Γαλλία κρυφίως, συνήθως βράδυ σε υπερφορτωμένες βάρκες, και μετά τους διοχέτευε σε στρατόπεδα σε απομακρυσμένες περιοχές.

Ο de Gaulle, ο οποίος επανήλθε στις αρχές του 1958 λόγω της κρίσεως που επέφερε ο πόλεμος της Αλγερίας, εθεωρούσε την Γαλλία ως κράτος της λευκής φυλής ελληνικής και ρωμαϊκής κουλτούρας και χριστιανικού θρησκεύματος, δε τους μουσουλμάνους δεν τους θεωρούσε Γάλλους.

Η Γερμανία επεστράτευε Μουσουλμάνους Gastarbeiter από την Τουρκία αφού είχε ήδη χρησιμοποιήσει μετανάστες από την Ιταλία, την Ελλάδα και την Γιουγκοσλαβία για την οικονομική της ανασυγκρότηση.

Η στροφή προς την Τουρκία άρχισε στην δεκαετία του ’60, και το ’65 νόμος διεχώριζε τα δικαιώματα των κατοίκων της Κοινής Αγοράς από τα δικαιώματα των Τούρκων, ευκολύνοντας τους εργοδότες να διώξουν Τούρκους, οι οποίοι έπρεπε να ανανεώνουν ετησίως την άδεια παραμονής σύμφωνα με τις ανάγκες του κράτους.

Η εργοδότηση Τούρκων εργατών οδήγησε τα Γερμανικά ΜΜΕ να εγείρουν ερωτηματικά όσον αφορά την χρησιμότητα του προγράμματος, όμως η αριστεροφιλελεύθερη γραμμή ότι η Γερμανία πρέπει να αποδείξει ότι είχε ενταφιάσει όλες τις εκφάνσεις του ναζιστικού παρελθόντος υπερίσχυσε καθ’ όλη την δεκαετία του ’70.

Η ηγετική τάξη της Γερμανίας και οι τεχνοκράτες υπεστήριξαν το πρόγραμμα ως εποικοδομητικό για την ανάπτυξη της διεθνούς φιλίας και αλληλεγγύης. Το Σεπτέμβριο του 1964, οι Γερμανοί «εγιόρτασαν» την άφιξη της εκατομμυριοστής αφίξεως με γιορτές στον σιδηροδρομικό σταθμό της Κολονίας. Παρόμοιες γιορτινές τελετές ελάμβαναν χώρα κάθε επόμενη δεκαετία καθώς εκαλύπτοντο νέα ορόσημα.

Η Τουρκική κυβέρνηση επίστευε ότι η πλειοψηφία των Τούρκων θα επιστρέψουν μελλοντικά στην Τουρκία. Παρ’ όλο όμως που η Γερμανική κοινωνία τους είχε ανάγκη, δεν ήσαν ευπρόσδεκτοι, εν τούτοις, οι πλείστοι επέλεξαν να παραμείνουν στην Γερμανία, ανοίγοντας καταστήματα, καφενεία, εστιατόρια καθώς και τα δικά τους πνευματικά και θρησκευτικά κέντρα. Όλα αυτά έφεραν την αντίδραση. Το 1973 το Der Spiegel έγραψε για «εισβολή» υπό τον τίτλο «Οι Τούρκοι έρχονται: τρέξτε να Σωθείτε».

Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, οι διαφωνίες για την μετανάστευση στην Ευρώπη είχαν αρχίσει: απορρόφηση αντί της ενσωμάτωσης, συμμόρφωση στις επιθυμίες του φιλοξενούντος κράτους και κατά της πολυπολιτισμικότητος. Τότε συνηδητοποιήθει και το πρόβλημα που ετίθετο στις περιπτώσεις ανεπιθύμητων μεταναστών – των αιτούντων ασύλου.

Το κριτικό σημείο ήταν το εμπάργκο των αραβικών κρατών για τις πωλήσεις πετρελαίου στην Ευρώπη το 1973, που οδήγησε σε 15 χρόνια οικονομικής υφέσεως. Οι κυβερνήσεις της Ευρώπης έκαναν ότι μπορούσαν για να σταματήσουν την μετανάστευση, και η κοινή γνώμη εγινόταν όλο και πιο εχθρική.

Χιλιάδες εργάτες επέστρεψαν στην Τουρκία, αλλά η πλειοψηφία παρέμεινε στην Γερμανία, παρά το γεγονός ότι δεν απέκτησαν υπηκοότητα. Το 1978 εδόθη στους ξένους το δικαίωμα της απεριόριστης παραμονής μετά από αφού πέντε συνεχή έτη παραμονής. Αυτό εθεωρήθη πολύ μεγάλη παραχώρηση σε μια κοινότητα που προσέφερε στην οικονομία της χώρας για σχεδόν δύο δεκαετίες.

Σε αντίθεση η Γαλλία πάντοτε είχε προτίμηση στην απορρόφηση και την πολιτογράφηση. Το κράτος ενομοθετούσε κατά των διακρίσεων και εφ’ όσον οι μετανάστες έδειχναν διάθεση να εγκαταλείψουν τα πιστεύω ή την κουλτούρα της πατρίδος τους, αποκτούσαν το δικαίωμα τις πολιτογραφήσεως. Ήταν μία παραλλαγή της αμερικανικής πολιτικής του “melting pot” όπου όλοι οι πολίτες ανεξαρτήτως αρχικής εθνότητος για να αποκτήσουν υπηκοότητα είναι υποχρεωμένοι να ομνύσουν πίστη στο Σύνταγμα.

Η Βρεταννία και οι πλείστες βόρειες Ευρωπαϊκές χώρες είχαν προτίμηση στην λεγόμενη «λογική αφομοίωση»: οι μετανάστες αποκτούν νομική υπόσταση, πολιτικά δικαιώματα και ικανοποιητική οικονομική ασφάλεια και έτσι κερδίζουν το δικαίωμα παραμονής, ενώ η χώρα φιλοξενίας ανέχεται την διαφορετικότητα.

Οι δύο θέσεις είναι στην πραγματικότητα πιο ρευστές και η Γαλλική προσέγγιση είναι εξίσου ασαφής όπως και το Βόρειο Ευρωπαϊκό / Αγγλοσαξονικό μοντέλο.

Με την εισροή χιλιάδων μεταναστών στην δεκαετία του 1970 και μετά, οι συζητήσεις των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων σχετικά με την υποδοχή των μεταναστών αναζωογονήθησαν. Το ότι οι μετανάστες προήρχοντο από χώρες εκτός Ευρώπης εθεωρείτο μόνο περιθωριακής σημασίας: οι συζητήσεις για ενσωμάτωση και αφομοίωση εσυνεχίζοντο από τα τέλη της δεκαετίας του 1940 καθώς κυβερνήσεις και κοινωνίες ηγωνίζοντο να στεγάσουν εκτοπισθέντες.

Παρ’ όλα αυτά τα εθνικά προφίλ των νέων μεταναστών, κυρίως ασιατών από την ανατολική Αφρική και το Βιετνάμ, προσέδωσαν στην συζήτηση για την μετανάστευση ρατσιστική χροιά. Μια επιπλέον επιπλοκή προέκυψε λόγω του ορισμού του «καλής πίστεως διεκδικούντος άσυλο» που περιέχεται στην Σύμβαση του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, η οποία εξαιρούσε τους οικονομικούς μετανάστες, παρ’ όλο που ήταν φανερό ότι οι ανυπόφορες οικονομικές στερήσεις και η πολιτική καταπίεση είναι συνήθως συνδεδεμένα.

Η απόφαση του Idi Amin το 1972 να εκδιώξει τους Ασιάτες της Ουγκάντα προκάλεσε πολιτική αναταραχή στην Βρεταννία. Ως υπήκοοι της Κοινοπολιτείας δεν εδικαιούντο αυτόματη είσοδο στην Βρεταννία, αλλά η κυβέρνηση του Wilson τους έδωσε το ευεργέτημα της αμφιβολίας και η δημόσια γνώμη απεδέχθη με δυσφορία ότι το Ηνωμένο Βασίλειο είχε υποχρέωση να τους προσφέρει άσυλο. Περίπου 28,000 έγιναν αποδεκτοί. Ένας ίδιος αριθμός εγκαταστάθη στην Ινδία, τον Καναδά, την Σουηδία και αλλού.

Η Εργατική κυβέρνηση τους εγκατέστησε σε κενά στρατόπεδα και άλλα κέντρα. Το σχέδιο ήταν να εγκατασταθούν σε πόλεις και κωμοπόλεις σε όλη την επικράτεια, αλλά οι Ασιάτες επροτίμησαν να εγκατασταθούν σε μέρη όπως το Leicester όπου ήδη εκατοικείτο από μετανάστες της φυλής τους.

Το στρατιωτικό πραξικόπημα στην Χιλή το 1973 εδημιούργησε ένα κύμα αριστερών ακτιβιστών που κατευθύνθηκε στην Γερμανία και την Σουηδία. Το 1975 η πτώση του καθεστώτος στην Σαϊγκόν εφούντωσε άλλο ένα κύμα μαζικής μεταναστεύσεως, με την Βρεταννία να δέχεται 20,000 Βιετναμέζους.

Μετά 15 χρόνια, εκυριαρχούσε η εντύπωση ότι η πτώση της Σοβιετικής Ενώσεως θα παρήγαγε μια παρόμοια έξοδο προς την Δύση αλλά, αντ’ αυτού, καθώς οι Σοβιετικές Δημοκρατίες έγιναν ανεξάρτητες, εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσσων έγιναν ξαφνικά «ξένοι» στις πόλεις και στα χωριά τους. Μερικοί μετοίκησαν στην Ρωσσία, η πλειοψηφία όμως παρέμεινε, ακόμη και όταν το αντι-Ρωσσικό αίσθημα ήταν στην έξαρσή του, ιδίως στις χώρες της Βαλτικής.

Σε αντίθεση με την πτώση της Βρεταννικής, Γαλλικής και Πορτογαλλικής αυτοκρατορίας, η πτώση της Σοβιετικής Ενώσεως είναι αξιοσημείωτη λόγω της σχετικής αποφυγής βίας: επέρασαν πολλά χρόνια πριν οι Ρώσσοι που έχασαν την ηγετική θέση τους στις σατραπείες της Βαλτικής διαμαρτυρηθούν στους δρόμους.

Το πρόσφατο μεταναστατευτικό ρεύμα στην Ευρώπη μεταξύ Ιανουαρίου 2014 και Μαρτίου 2018, ανερχόμενο σε 1,8 εκ. εισέβαλε στις Ευρωπαϊκές χώρες μέσω της Μεσογείου με 16,000 νεκρούς και αγνοούμενους, συγκρίνεται με τα τρία εκατομμύρια που αναγκάσθηκαν να μετοικήσουν στους πολέμους της πρώην Γιουγκοσλαβίας στην δεκαετία του 1990.

Τα συναισθήματα των Ευρωπαίων σήμερα είναι ξενοφοβία. Η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ενώσεως να οργανώσει μια δίκαιη ανακατανομή των μεταναστών από τις χώρες εισδοχής όπως η Ιταλία και η Ελλάδα μεταξύ όλων των κρατών της Ευρωπαϊκής Ενώσεως σκοντάπτει στην άρνηση της Ουγγαρίας, Πολωνίας και Σλοβενίας οι οποίες παρ’ όλο που κατήργησαν τους ελέγχους διαβατηρίων όταν εισήλθαν στην ζώνη Schengen, τώρα ανέβασαν φράκτες και συρματοπλέγματα στα κοινά σύνορα με τις όμορες χώρες.

Το 2015 η Ευρωπαϊκή Ένωση έθεσε σε εφαρμογή το Σχέδιο Σοφία για να αποτρέπει τις βάρκες των μεταναστών στην Μεσόγειο να εισέρχονται στα χωρικά ύδατα των Ευρωπαϊκών χωρών και να τις επιστρέφει στην Λιβύη, ενώ συγχρόνως χρηματοδοτεί την Λιβυκή ακτοφυλακή να εμποδίζει τις βάρκες των μεταναστών από το να φθάνουν στα διεθνή ύδατα.

Δυστυχώς όσα εμπόδια και να τεθούν, δεν θα ευδοκιμήσουν εκτός εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτήσει τις χώρες προελεύσεως ούτως ώστε να προσφέρουν μια ανεκτή ζωή στους υπηκόους τους, και δεύτερο εάν δεν τροποποιηθούν οι πρόνοιες περί ασύλου ούτως ώστε να μην υποχρεούται το κράτος υποδοχής να προσφέρει άσυλο στους λαθρομετανάστες.