ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΑΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

1397

Γενικές Αρχές και Μια Μελέτη Περίπτωσης: Η Διεξαγωγή Πληροφοριακών Επιχειρήσεων μεταξύ Τσαβιστών, Η.Π.Α. και Ρωσίας στη Βενεζουέλα το 2019

 

Δρ. Νικόλαος Λάος
Φιλόσοφος – Σύμβουλος Νοοπολιτικής
Email: nicolaslaos@nicolaslaos.com

Στο πλαίσιο της εργασίας μου στο πεδίο της ερευνητικής δημοσιογραφίας (όπου έχω δημοσιεύσει περισσότερα από τετρακόσια ερευνητικά πολιτικά και οικονομικά άρθρα σε έγκυρα ΜΜΕ) και στο πεδίο των ιδιωτικών εταιρειών πληροφοριών (έχοντας ξεκινήσει τη μελετητική εργασία μου σε ζητήματα κυβερνοπολέμου και δικτυακού πολέμου από το 1999), αλλά και στο πλαίσιο του ακαδημαϊκού μου έργου στο πεδίο της διεθνούς πολιτικής (έχοντας διδάξει το αντικείμενο σε προπτυχιακό και σε μεταπτυχιακό επίπεδο στο University of Indianapolis και έχοντας δημοσιεύσει σχετικά συγγράμματα), έχω αναπτύξει πλέον ένα πλούσιο και πολύπλοκο δίκτυο διεθνών επαφών και συνεργασιών που έχουν να κάνουν με το ζήτημα του πληροφοριακού πολέμου και με πολύ εκλεπτυσμένες πολιτικές αναλύσεις. Σε αυτό το πλαίσιο, πριν από λίγο καιρό, ο πρόεδρος της ρωσικής πολυεθνικής ιδιωτικής εταιρείας πληροφοριών R-Techno, Ρόμαν Ρομάτσεφ, με κατέστησε κοινωνό του περιεχομένου του εκπαιδευτικού προγράμματος πληροφοριακών και υβριδικών συγκρούσεων που ανέπτυξε η R-Techno και το δίδαξε σε μεταπτυχιακούς φοιτητές του Κρατικού Πανεπιστημίου της Σεβαστούπολης το 2020.

Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 2020, ο Ρόμαν Ρομάτσεφ δίδαξε ένα μάθημα και επιχειρησιακό σεμινάριο με τίτλο «Έλεγχος Πληροφοριακών Επιχειρήσεων στον Πληροφοριακό και Υβριδικό Πόλεμο» σε μεταπτυχιακούς φοιτητές στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Σεβαστούπολης, και ανακοίνωσε τη δημιουργία ολοκληρωμένου μεταπτυχιακού προγράμματος σπουδών σε αυτό το αντικείμενο από την R-Techno σε συνεργασία με άλλους φορείς:http://markets.financialcontent.com/streetinsider/news/read/39865153/?fbclid=IwAR1wCX54qb_IjDEh_TH2VgVvdB8QVyyKMcNDWgBS6klooQ1taAJhVDhCmuQ

Ένα από τα πολύ ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά της R-Techno είναι ότι συνεργάζεται όχι μόνο με παράγοντες των ρωσικών γραφειοκρατιών και υπηρεσιών πληροφοριών, αλλά και με πολλούς διεθνείς παράγοντες, ακόμη και με επίσημα πιστοποιημένα στελέχη των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών (ιδίως στα πεδία των επιχειρηματικών-οικονομικών πληροφοριακών επιχειρήσεων, της διαχείρισης κινδύνων και της αντιτρομοκρατικής πολιτικής).

Η ευκαιρία που είχα να μελετήσω το ανωτέρω εκπαιδευτικό υλικό με ενέπνευσε να γράψω το παρόν άρθρο, στο οποίο συνοψίζω ορισμένες βασικές αρχές πληροφοριακού πολέμου και παραθέτω μια πρόσφατη, πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση μελέτης πληροφοριακού πολέμου, συγκεκριμένα, τη διεξαγωγή πληροφοριακών επιχειρήσεων μεταξύ τσαβιστών, Η.Π.Α. και Ρωσίας στη Βενεζουέλα το 2019. Καταλήγω, στο παρόν άρθρο μου, με ορισμένες σκέψεις ευρύτερου πολιτικού και διπλωματικού περιεχομένου.

Πληροφοριακός Πόλεμος: Γενικές Αρχές

Ο πληροφοριακός πόλεμος (Information Warfare) είναι μια μορφή ένοπλης σύρραξης στο πλαίσιο της οποίας πραγματοποιούνται συγκρούσεις μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών με τη μορφή πληροφοριακών επιχειρήσεων (information operations) και με τη χρήση πληροφοριακών όπλων (information weapons). Από πλευράς δομής, ο σύγχρονος πληροφοριακός πόλεμος περιλαμβάνει μια ακολουθία πληροφοριακών επιχειρήσεων οι οποίες είναι ενωμένες μεταξύ τους τόσο υπό την έννοια ότι υπηρετούν ένα μοναδικό σχέδιο όσο και υπό την έννοια ότι είναι συντονισμένες με βάση συγκεκριμένους σκοπούς, συγκεκριμένες εργασίες, συγκεκριμένες μορφές και συγκεκριμένες μεθόδους πληροφοριακής επιρροής.

Τα μέσα μαζικής επικοινωνίας διαδραματίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο στον σύγχρονο πληροφοριακό πόλεμο. Από τη μια πλευρά, παρέχουν το πληροφοριακό κανάλι για το εκάστοτε συγκεκριμένο ακροατήριο-στόχο (π.χ., πολιτική ελίτ, διαμορφωτές κοινής γνώμης, κοινή γνώμη, πολιτικώς δραστήρια νεολαία κ.ο.κ.), και, από την άλλη πλευρά, λειτουργούν ως ένας δρων που συμμετέχει άμεσα στις πληροφοριακές συγκρούσεις. Στις σύγχρονες συγκρούσεις, τα μέσα μαζικής επικοινωνίας χρησιμοποιούνται ενεργώς ως μέσα παραπληροφόρησης (misinformation), ως μέσα προώθησης (promotion), ως εργαλεία χειραγώγησης της κοινής γνώμης, της συλλογικής συνείδησης και της συμπεριφοράς των πολιτών, καθώς και ως μέσα άσκησης άμεσης πίεσης εναντίον των αντιπάλων. Τα λεγόμενα «ανεξάρτητα» μέσα μαζικής επικοινωνίας βοηθούν τις κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών (και τις ιδιωτικές εταιρείες πληροφοριών) να εξαπολύσουν πληροφοριακές επιθέσεις (συνήθως υπό τη μορφή «ελεγχόμενων διαρροών» πληροφοριών) με σκοπό να πλήξουν αντιπάλους και να αποσταθεροποιήσουν την πολιτική κατάσταση σε διάφορες χώρες (π.χ., πυροδοτώντας κοινωνικά κινήματα διαμαρτυρίας).

Στις Η.Π.Α., ο όρος «πληροφοριακή επιχείρηση» έχει τυποποιηθεί σύμφωνα με συγκεκριμένα εγχειρίδια πολέμου. Από το 2007 έως και το 2010, σχεδόν όλες οι σχετικές ενέργειες αποκαλούνταν «ψυχολογικές επιχειρήσεις» («psychological operations»), σύμφωνα με τα εγχειρίδια του Defence Technical Information Center. Τώρα, πλέον, οι ψυχολογικές επιχειρήσεις αποτελούν το γενικό σύστημα των πληροφοριακών επιχειρήσεων. Τα κύρια εγχειρίδια επιχειρήσεων, τακτικών, τεχνικών και διαδικασιών που διέπουν αυτό το πεδίο περιλαμβάνουν τα εξής:

  • Joint Publication 3-12(R), Cyberspace Operations Defense, The Defence Technical Information Center, 2018, online:
    https://www.jcs.mil/Portals/36/Documents/Doctrine/pubs/jp3_12.pdf
  • Joint Publication 3-12(R), Cyberspace Operations Defense, The Defence Technical Information Center, 2014,
  • Joint Publication 3-12(R), Cyberspace Operations Defense, The Defence Technical Information Center, 2013,
  • και ορισμένα ακόμη επίσημα έγγραφα του Στρατού των Η.Π.Α., που έχουν εκδοθεί από το Defence Technical Information Center.

Σύμφωνα με τις προαναφερθείσες πηγές, μια πληροφοριακή επιχείρηση αποτελεί μια σχεδιασμένη προπαγανδιστική και ψυχολογική δραστηριότητα, σε καιρό ειρήνης ή σε καιρό πολέμου, η οποία αποσκοπεί-απευθύνεται σε ένα ξένο φιλικό, εχθρικό ή ουδέτερο ακροατήριο προκειμένου να επηρεάσει τη στάση ή τη συμπεριφορά του με τελικό σκοπό να επιτύχει επιθυμητούς πολιτικούς ή/και στρατιωτικούς στόχους. Βεβαίως, μια κυβέρνηση ή μια κρατική υπηρεσία μπορεί επίσης να διεξάγει μια πληροφοριακή επιχείρηση έχοντας έναν εγχώριο στόχο (δηλαδή, ουσιαστικώς, μπορεί να διεξάγει πόλεμο εναντίον της κοινωνίας του δικού της κράτους), προκειμένου να επιτύχει έναν εγχώριο πολιτικό στόχο, αλλά, σε αυτήν την περίπτωση, η πληροφοριακή επιχείρηση λαμβάνει τον χαρακτήρα της λεγόμενης «μαύρης επιχείρησης» ή της «προβοκάτσιας».

Σύμφωνα με την πρακτική του πληροφοριακού πολέμου που ακολουθεί η Ρωσική Ομοσπονδία, η πληροφοριακή επιχείρηση γίνεται κατανοητή ως μια ακολουθία πληροφοριακών επιθέσεων οι οποίες διαιρούνται σε φάσεις (περιόδους έκθεσης), διέπονται από ένα ολοκληρωμένο σχέδιο και είναι οργανωμένες και ρυθμισμένες με βάση χρονοδιαγράμματα, σκοπούς, εργασίες και εργαλεία πληροφοριακής επιρροής. Το 2004, ο Βλαντίμιρ Κβάτσκοφ (Vladimir Kvachkov), πρώην αξιωματικός της GRU (υπηρεσίας πληροφοριών των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων), του οποίου η «θεωρία των ειδικών επιχειρήσεων» έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των ρωσικών στρατιωτικών και εκπαιδευτικών εγχειριδίων, αποφάνθηκε ότι «ένας νέος τύπος πολέμου έχει αναδυθεί, στο πλαίσιο του οποίου ο ένοπλος πόλεμος έχει παραχωρήσει την αποφασιστική θέση του ως προς την επίτευξη των στρατιωτικών και των πολιτικών στόχων του πολέμου σε ένα άλλο είδος πολέμου –στον πληροφοριακό πόλεμο», online:
http://militera.lib.ru/science/kvachkov_vv/index.html

Στο πλαίσιο της ρωσικής ορολογίας του πληροφοριακού πολέμου, όταν η Ρωσία αναφέρεται στον «πληροφοριακό χώρο» («information space»), εννοεί ολόκληρο το γνωσιακό πεδίο (cognitive domain) του ανθρώπου, και όχι μόνο επιμέρους επικοινωνιακά/τεχνολογικά δίκτυα. Εξ ου και ο Κβάτσκοφ, στο σύγγραμμά του Οι Δυνάμεις Ειδικού Σκοπού της Ρωσίας (online, όπ.π.), έχει επισημάνει ότι, αναλόγως με τον επιχειρησιακό στόχο, ο πληροφοριακός πόλεμος αποτελείται από δύο τύπους: (i) τον πληροφοριακό-ψυχολογικό πόλεμο (information-psychological warfare) και (ii) τον πληροφοριακό-τεχνολογικό πόλεμο (information-technology warfare).

Μελέτη Περίπτωσης: Η Διεξαγωγή Πληροφοριακών Επιχειρήσεων μεταξύ Τσαβιστών, Η.Π.Α. και Ρωσίας στη Βενεζουέλα το 2019

Στις 17 Αυγούστου 2019, στο Καράκας, ένα από τα πιο επιδραστικά βενεζουελανά μέσα μαζικής ενημέρωσης, το Medium, δημοσίευσε ένα άρθρο με τίτλο «Andrey Manoilo: Las inversiones rusas en Venezuela son tan importantes como las de Ucrania», το οποίο υπέγραφαν δύο Ρώσοι πολιτικοί αναλυτές: ο Αντρέι Μανόιλο (Andrey Manoylo), φιλόσοφος των Διεθνών Σχέσεων στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Μόσχας, και ο Κονσταντίν Στριγκούνοφ (Konstantin Strigunov):
https://medium.com/@vicentequintero/andrey-manoilo-las-inversiones-rusas-en-venezuela-son-tan-importantes-como-las-de-ucrania-15f010a8f159

Το προαναφερθέν άρθρο αποτελεί μια εμβριθή ανάλυση της σύγκρουσης των τσαβιστών της Βενεζουέλας με τις Η.Π.Α. και τους συμμάχους τους, περιέχει πληροφορίες και αφηγήσεις που παραπέμπουν σε κατασκοπευτικό θρίλερ, και πυροδότησε ένα σημαντικό διπλωματικό σκάνδαλο.

Σύμφωνα με το προαναφερθέν άρθρο, η πολιτική κατάσταση στη Βενεζουέλα του 2019 κινούνταν δυναμικά προς την κατεύθυνση της πλήρους ένταξης της χώρας στη γεωπολιτική-γεωοοικονομική σφαίρα επιρροής των Η.Π.Α., ενώ η πολιτική παράταξη των τσαβιστών (πολιτικών κληρονόμων του Ούγκο Τσάβες), με επικεφαλής τον Νικολάς Μαδούρο, και οι πολιτικοί σύμμαχοί της (συγκεκριμένα, η Ρωσία και η Κούβα) επιχειρούν συστηματικώς να επιβραδύνουν και να περιορίσουν αυτήν την εξέλιξη. Ο Μανόιλο και ο Στριγκούνοφ τονίζουν τις νέες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται για την πυροδότηση και ενίσχυση κοινωνικών εξεγέρσεων (συνδέοντας τις διαδηλώσεις εναντίον της κυβέρνησης Μαδούρο με αμερικανικές πληροφοριακές επιχειρήσεις) και τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα, χωρίς την εμπλοκή της Ρωσίας, στο Όσλο και στα Μπαρμπέιντος μεταξύ του Βενεζουελανού προέδρου Νικολάς Μαδούρο και του Χουάν Γκουαϊδό (αρχηγού της αντιπολίτευσης, ο οποίος, τον Ιανουάριο του 2019, αυτοανακηρύχθηκε μεταβατικός πρόεδρος της Βενεζουέλας). Ο σκοπός των υποστηριζόμενων από τις Η.Π.Α. και την Ε.Ε. διαπραγματεύσεων του Όσλο και των Μπαρμπέιντος ήταν να οδηγήσουν σταδιακώς το κατεστημένο της Βενεζουέλας σε μια συνθηκολόγηση μεταξύ του μπολιβαρικού καθεστώτος και των Η.Π.Α., παρέχοντας κατάλληλα ανταλλάγματα και εγγυήσεις προς εκείνα τα μέλη του βενεζουελανού κατεστημένου που θα δέχονταν μια τέτοια συνθηκολόγηση. Το προαναφερθέν άρθρο του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ προειδοποιούσε την κυβέρνηση του Μαδούρο ότι εκείνες οι διαπραγματεύσεις εγκυμονούσαν σοβαρούς κινδύνους διάλυσης του καθεστώτος των τσαβιστών, ιδίως αν ο Μαδούρο συμφωνούσε στη διεξαγωγή πρόωρων προεδρικών εκλογών στη Βενεζουέλα υπό την πίεση και την εποπτεία των Η.Π.Α.

Αυτό που ήταν ιδιαιτέρως συνταρακτικό στο προαναφερθέν άρθρο του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ ήταν η αποκάλυψη του ρόλου που έπαιζε ο πρόεδρος της Εθνικής Συνταγματικής Συνέλευσης Ντιοσντάντο Καμπέλο, δηλαδή ο υπ’ αριθμόν δύο πολιτικός-πολιτειακός παράγοντας (μετά από τον Μαδούρο) στη Βενεζουέλα. Ο Καμπέλο, ένας τσαβιστής στον οποίο δεν είχε επιτραπεί να συμμετέχει προσωπικώς στις διαπραγματεύσεις του Όσλο και των Μπαρμπέιντος (μεταξύ Μαδούρο και Γκουαϊδό), συνδέεται στενά με το καρτέλ ναρκωτικών Los Soles (αποτελώντας, άρα, έναν δίαυλο μεταξύ της παράταξης του Μαδούρο και του ανόμου κεφαλαίου), και, συγχρόνως, είχε δομήσει δικές του προσωπικές σχέσεις με παράγοντες της κουβανικής κυβέρνησης και των κουβανικών μυστικών υπηρεσιών (καθώς είχε λάβει χώρα μυστική συνάντηση του Καμπέλο με την κουβανική ηγεσία στην Αβάνα, στις 8 Ιουνίου 2019), και, επί πλέον, εν αγνοία του Μαδούρο, είχε ανοίξει έναν μυστικό δίαυλο επικοινωνίας μεταξύ του ιδίου και παραγόντων των μυστικών υπηρεσιών (της CIA) των Η.Π.Α. Στο προαναφερθέν άρθρο τους, ο Μανόιλο και ο Στριγκούνοφ υποστηρίζουν ότι ο Καμπέλο, οικοδομώντας προσωπικές σχέσεις με υψηλόβαθμους πολιτικούς παράγοντες των Η.Π.Α. (άρα, και με τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες), διαπραγματευόταν ανταλλάγματα για τον εαυτό του σε περίπτωση που θα επιτυγχανόταν η εκδίωξη του Μαδούρο από την προεδρία της Βενεζουέλας μέσω της διεξαγωγής πρόωρων προεδρικών εκλογών. Οι Η.Π.Α. ανέκαθεν θεωρούσαν ότι ο Καμπέλο αποτελούσε ένα τοξικό πρόσωπο και τον παρομοίαζαν με τον έμπορο ναρκωτικών Πάμπλο Εσκομπάρ, αλλά το γεγονός ότι ο Καμπέλο ελέγχει το μεγαλύτερο μέρος του Στρατού και των ειδικών υπηρεσιών της Βενεζουέλας έκανε σημαντικούς παράγοντες του πολιτικού κατεστημένου και των μυστικών υπηρεσιών των Η.Π.Α. να διαπραγματευτούν μαζί του για την εκδίωξη του Μαδούρο από την ηγεσία της Βενεζουέλας.

Η δημοσίευση του προαναφερθέντος άρθρου του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ προκάλεσε πολιτικό σάλο, όχι μόνο στη Βενεζουέλα, όπου μπλογκς και πολιτικοί παράγοντες εξέφρασαν την έκπληξή τους και την ανησυχία τους. Στις ίδιες τις Η.Π.Α., έγινε μια προσπάθεια διαχείρισης αυτού του πολιτικού σκανδάλου με πληροφοριακά αντίμετρα. Συγκεκριμένα, αμέσως, στις 19 Αυγούστου 2019, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Associated Press δημοσίευσε «διαρροή» σύμφωνα με την οποία οι Η.Π.Α. βρίσκονταν σε μυστικές διαπραγματεύσεις με υψηλόβαθμο παράγοντα της κυβερνώσας σοσιαλιστικής παράταξης της Βενεζουέλας: https://apnews.com/8cb2d1999b95464c85a5a206a78495c0

Ενώ έως τότε ποτέ τα αμερικανικά ΜΜΕ δεν είχαν αναφερθεί σε αυτό το θέμα, έγινε μια προσπάθεια, μέσω κατευθυνόμενων «διαρροών», να προστατευθεί η δράση των κλιμακίων των μυστικών υπηρεσιών στη Βενεζουέλα και να φανεί ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των Η.Π.Α. και ορισμένων τσαβιστών διεξάγονταν με θεσμικώς και διπλωματικώς αποδεκτό τρόπο. Στο ίδιο κλίμα, στις 19 Αυγούστου 2019, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Reuters ανακοίνωσε επισήμως ότι, σύμφωνα με εμπιστευτικές πηγές του στη Βενεζουέλα, ο Νικολάς Μαδούρο ήταν έτοιμος να συναινέσει στην απαίτηση των Η.Π.Α. να διεξαχθούν πρόωρες προεδρικές εκλογές και ότι ο Ντιοσντάντο Καμπέλο θα ήταν ο εγγυητής της μεταβατικής διαδικασίας:
https://www.reuters.com/article/us-venezuela-politics/in-venezuela-talks-maduro-allies-said-they-would-consider-fresh-elections-sources-idUSKCN1V91SF?feedType=RSS&feedName=worldNews&utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+Reuters%2FworldNews+%28Reuters+World+News%29

Οι προαναφερθείσες και άλλες παρόμοιες δημοσιεύσεις δυτικών ΜΜΕ αναφορικώς με επαφές τσαβιστών (ιδίως του Ντιοσντάντο Καμπέλο) με τις Η.Π.Α. ξεκίνησαν μετά από τη δημοσίευση, στις 17 Αυγούστου 2019, του προαναφερθέντος άρθρου του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ. Αμερικανικοί παράγοντες προσπάθησαν, μέσα από «διαρροές», να ελέγξουν τις πολιτικές και διπλωματικές επιπτώσεις που είχε η δημοσίευση του επίμαχου άρθρου του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, αμερικανικές πηγές επιβεβαίωσαν επισήμως κάτι που έως τότε ήταν μυστικό: την προσπάθεια της CIA να διεισδύσει στον εσωτερικό κύκλο του Μαδούρο.

Μετά από τη δημοσίευση του προαναφερθέντος άρθρου του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ, ο σταθμός της CIA στη Μπογκοτά, που είχε στη δικαιοδοσία του τη Βενεζουέλα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ρωσικές μυστικές υπηρεσίες γνώριζαν τα πάντα γύρω από τη στρατολόγηση του Ντιοσντάντο Καμπέλο από τη CIA. Έτσι, αν και το επίμαχο άρθρο του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ περιείχε κυρίως υπονοούμενα, ο Καμπέλο και ο Μαουρίσιο Κλαβέρ-Καρόνε (ο σύνδεσμος του Καμπέλο με τη CIA) βρέθηκαν πλέον δημοσίως εκτεθειμένοι. Η αμερικανική πλευρά δεν ήθελε να διακινδυνεύσει το ενδεχόμενο περαιτέρω πληροφοριακών αιφνιδιασμών από την πλευρά των Ρώσων και συγχρόνως ήθελε να προστατεύσει τη δράση της CIA. Εξ ου και η αμερικανική πλευρά προσπάθησε να ελέγξει την αφήγηση. Μάλιστα, το μεγάλο ειδησεογραφικό πρακτορείο Axios, στις 19 Αυγούστου 2019, δημοσίευσε ότι, τον Ιούλιο του 2019, έλαβαν χώρα μυστικές επαφές μεταξύ του Καμπέλο και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών στο Καράκας με συντονιστή τον Μαουρίσιο Κλαβέρ-Καρόνε, ο οποίος ήταν ο διευθυντής Υποθέσεων Δυτικού Ημισφαιρίου του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των Η.Π.Α. (κουβανικής καταγωγής πολίτης των Η.Π.Α. και διακεκριμένο στέλεχος των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών):
https://www.axios.com/scoop-inside-trumps-naval-blockade-obsession-555166b0-06f9-494c-b9fb-9577a589e2ac.html

Ο Μαδούρο δεν γνώριζε τις μυστικές επαφές του Καμπέλο με τους Αμερικανούς. Η άγνοια του Μαδούρο υποδηλώνεται και από τη νευρική αντίδραση που εκδηλώθηκε με την πολιτική «διαρροών», καθώς, σε διαφορετική περίπτωση, ο Τραμπ και ο Μαδούρο θα επιβεβαίωναν οι ίδιοι την ύπαρξη καναλιού επικοινωνίας μεταξύ τους. Τουναντίον, ο ίδιος ο Τραμπ, στις 19 Αυγούστου 2019, εναρμονισμένος με τη λογική των προαναφερθεισών «διαρροών» με σκοπό τον έλεγχο της αφήγησης γύρω από το εν λόγω διπλωματικό σκάνδαλο, δήλωσε ότι βρίσκονταν σε επαφές με υψηλόβαθμους αξιωματούχους της Βενεζουέλας, αλλά αρνήθηκε να αποκαλύψει τα ονόματά τους:
https://www.capital.gr/diethni/3377930/mpolton-oi-epafes-me-kubernitika-stelexi-sti-benezouela-exoun-stoxo-tin-allagi-tou-kathestotos

Το ανωτέρω άρθρο του Μανόιλο και του Στριγκούνοφ υποχρέωσε την αμερικανική πλευρά να δημοσιοποιήσει και να παραδεχθεί μυστικές πολιτικές ενέργειες, που πυροδότησαν ένα σοβαρό διπλωματικό σκάνδαλο. Αυτή η εξέλιξη συνέβαλε στην απόφαση του Αμερικανού προέδρου Τραμπ, στις 10 Σεπτεμβρίου 2019, να αποπέμψει τον Τζον Μπόλτον από τη θέση του συμβούλου Εθνικής Ασφάλειας. Την επόμενη ημέρα, μετά από την αποπομπή του Μπόλτον, ο Τραμπ δικαιολόγησε την απόφασή του επικαλούμενος «απόκλιση απόψεων» μεταξύ του ιδίου και του Μπόλτον για το θέμα της Βενεζουέλας, λέγοντας συγκεκριμένα: «John Bolton and I diverged on Venezuela. I thing he went out of all the borders»:
https://www.reuters.com/article/us-usa-trump-bolton-firing/trump-says-bolton-a-disaster-on-north-korea-out-of-line-on-venezuela-idUSKCN1VW2B0

Ο Μπόλτον ήταν ο άμεσος ανώτατος πολιτικός προϊστάμενος της επιχείρησης της CIA να διεισδύσει στον εσωτερικό κύκλο του Μαδούρο και να τον ανατρέψει, και είχε όχι μόνο αποτύχει, αλλά και εμπλέξει τις Η.Π.Α. σε ένα σοβαρό διπλωματικό σκάνδαλο. Η στρατολόγηση του Ντιοσντάντο Καμπέλο από τη CIA κατέληξε σε φιάσκο για τις Η.Π.Α., και ο Μπόλτον πλήρωσε το αντίστοιχο πολιτικό τίμημα.

Επάνω από αριστερά προς δεξιά: ο Μιγκέλ Ντίας-Κανέλ (Πρόεδρος της Κούβας από τις 10 Οκτωβρίου 2019), ο Ντιοσντάντο Καμπέλο, και ο Ραούλ Κάστρο (Πρώτος Γραμματέας της Κεντρικής Επιτροπής του Κουβανικού Κομμουνιστικού Κόμματος, Πρόεδρος της Κούβας από το 2008 έως το 2018) συζητούν στις 8 Ιουνίου 2019.

Αναφορικώς με τη συμπεριφορά του Ντιοσντάντο Καμπέλο, πρέπει να πούμε ότι ήταν εύλογη, αν λάβουμε υπόψη, πρώτον, το ήθος του (καθώς πρόκειται και για έμπορο ναρκωτικών) και, δεύτερον, την ιδιαίτερη κατάσταση στην οποία βρέθηκε στο πλαίσιο της πολιτικής κρίσης που εκδηλώθηκε στη Βενεζουέλα το 2019. Καθώς η εξουσία άλλαζε χέρια στη Βενεζουέλα, προσπαθούσε να καθαρίσει και να εξασφαλίσει τη θέση του πίσω από την πλάτη τού πρώην αφεντικού του, διαπραγματευόμενος με Αμερικανούς εγγυήσεις και ανταλλάγματα για τον εαυτό του και άλλα μέλη του εσωτερικού κύκλου του μπολιβαρικού καθεστώτος σε περίπτωση που θα παρείχαν πολύτιμες υπηρεσίες. Για παράδειγμα, σύμφωνα με τη βούληση των Αμερικανών, ο Καμπέλο θα έπρεπε να εγγυηθεί τη διεξαγωγή πρόωρων προεδρικών εκλογών υπό τον έλεγχο της Ουάσινγκτον, ακόμη κι αν ο Μαδούρο το αρνούνταν. Οι Η.Π.Α. επιμένουν ότι ο Μαδούρο πρέπει να προκηρύξει πρόωρες προεδρικές εκλογές, και ότι, ακόμη κι αν ο ίδιος συμμετάσχει σε αυτές, δεν πρέπει να είναι εν ενεργεία πρόεδρος και δεν πρέπει να διαθέτει τους διοικητικούς πόρους για να επηρεάσει το εκλογικό αποτέλεσμα υπέρ του. Καθώς ο Καμπέλο έλεγχε το Στράτευμα, θα μπορούσε να επιβάλει τη μορφή των εκλογών που ήθελαν οι Αμερικανοί, ακόμη κι αν ο Μαδούρο διαφωνούσε. Από την άλλη πλευρά, ο Μαδούρο δεν μπορούσε να συλλάβει τον Καμπέλο, διότι, ως πρόεδρος της Εθνικής Συνταγματικής Συνέλευσης, ο Ντιοσντάντο Καμπέλο είχε σημαντική επιρροή στις Ένοπλες Δυνάμεις, και ο εξάδελφός του ο Ροντρίγκες Καμπέλο είχε διοριστεί τον Ιούλιο του 2019 αρχηγός του Στρατού Ξηράς της χώρας. Επί πλέον, σύμφωνα με δημοσίευμα της αμερικανικής εφημερίδας Miami Herald της 12 Ιουνίου 2018, η κυβέρνηση των Η.Π.Α. πάγωσε-δέσμευσε (κινητά και ακίνητα) περιουσιακά στοιχεία ύψους οκτακοσίων εκατομμυρίων δολαρίων που ανήκαν στον Ντιοσντάντο Καμπέλο και βρίσκονταν στις Η.Π.Α. (μεταξύ των οποίων, και το διαμέρισμά του στο Μανχάταν, στη Νέα Υόρκη):
https://www.miamiherald.com/latest-news/article213032354.html

Το υπουργείο Οικονομικών των Η.Π.Α. κατηγόρησε τον Ντιοσντάντο Καμπέλο για διαφθορά, λαθρεμπόριο ναρκωτικών και λαθρεμπόριο ορυκτών. Εξ ου και ο Ντιοσντάντο Καμπέλο είχε πλέον μικρό περιθώριο πολιτικών ελιγμών και ήταν εντόνως ευάλωτος σε εκβιασμούς από τη CIA.

Η CIA επιδιώκει να προσεγγίσει και να στρατολογήσει οποιονδήποτε τσαβιστή ανήκει στον εσωτερικό κύκλο της κυβέρνησης του Μαδούρο. Ο Μαδούρο παγιδεύθηκε: αφού οι Η.Π.Α. δέσμευσαν όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσε ο Μαδούρο στο εξωτερικό (πράγματι, είχε πολλά χρήματα στο εξωτερικό) και όλους τους τραπεζικούς λογαριασμούς που διατηρούσαν μέλη της οικογένειάς του στο εξωτερικό (ύψους δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων) καθώς και τραπεζικούς λογαριασμούς και άλλα περιουσιακά στοιχεία μελών του εσωτερικού του κύκλου, η θέση του Μαδούρο έγινε ευάλωτη και επισφαλής. Οποιοσδήποτε στον εσωτερικό κύκλο του Μαδούρο θα μπορούσε να προδώσει τον Μαδούρο στους Αμερικανούς με αντάλλαγμα να επανακτήσει τον έλεγχο επί των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων του. Ο ίδιος ο Μαδούρο έχει συνειδητοποιήσει το πόσο ευάλωτη είναι η θέση του, καθώς όχι μόνο έχουν δεσμευθεί σημαντικά περιουσιακά στοιχεία του ιδίου και της οικογένειάς του στο εξωτερικό, αλλά και μέλη τού εσωτερικού του κύκλου μπορεί να αναλάβουν τον κίνδυνο να τον προδώσουν προκειμένου να πάρουν πίσω τα χρήματά τους, που τους έχουν δεσμεύσει οι Αμερικανοί. Λόγω των συνεννοήσεων μεταξύ του Μαδούρο και του Πούτιν, που έλαβαν χώρα στη Μόσχα, και λόγω των πληροφοριακών επιχειρήσεων μέσω των οποίων οι ρωσικές υπηρεσίες πληροφοριών αποκάλυψαν δημοσίως τη στρατολόγηση του Ντιοσντάντο Καμπέλο από τη CIA, η αποδόμηση της κυβέρνησης του Μαδούρο επιβραδύνθηκε και η παραμονή του στην προεδρία της Βενεζουέλας πήρε μια παράταση. Από τη σκοπιά Δυτικών αναλυτών, ο Μαδούρο είναι ένα πιόνι στη γεωπολιτική σκακιέρα μεταξύ των Η.Π.Α. και της Ρωσίας, και, σύμφωνα με ένα άρθρο του Ανατόλι Κουρμανάεφ στην εφημερίδα The New York Times (8 Μαρτίου 2019), η Βενεζουέλα αποτελεί ένα μέτωπο γεωπολιτικού-γεωοικονομικού ανταγωνισμού μεταξύ ρωσικών και αμερικανικών συμφερόντων:
https://www.nytimes.com/2019/03/08/world/americas/russia-venezuela-maduro-putin.html

Ωστόσο, λόγω της διαφθοράς της κυβέρνησης Μαδούρο και της βαθιάς διείσδυσης της CIA στο βενεζουελανό πολιτικό σύστημα, ο Μαδούρο αποτελεί πλέον ένα αντικείμενο προς διαπραγμάτευση μεταξύ εγχώριων και διεθνών πολιτικών δρώντων, και, σε αυτό το πλαίσιο, εγχώριοι και διεθνείς πολιτικοί δρώντες (Βενεζουελανοί τσαβιστές, Αμερικανοί και Ρώσοι) διεξάγουν πληροφοριακές επιχειρήσεις και διαπραγματεύονται για τα συμφέροντά τους και την κατανομή ισχύος στη Βενεζουέλα στη μετά-Μαδούρο εποχή.

Η Δύσκολη Μοίρα των Τριτοκοσμικών

Ο όρος «Τρίτος Κόσμος» («Third World») προέκυψε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου για να περιγράψει μια ομάδα χωρών που παρέμεναν αδέσμευτες και από το ΝΑΤΟ και από τον Κομμουνιστικό Συνασπισμό. Οι Η.Π.Α., ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Νότια Κορέα, τα έθνη της Δυτικής Ευρώπης και οι σύμμαχοί τους εκπροσωπούσαν τον Πρώτο Κόσμο, ενώ η Σοβιετική Ένωση, η Κίνα, η Κούβα και οι σύμμαχοί τους εκπροσωπούσαν τον Δεύτερο Κόσμο. Ο Τρίτος Κόσμος θεωρούνταν κυρίως ως ένα σύνολο (δυνάμει πολιτικός πόλος) χωρών με αποικιοκρατικό παρελθόν στην Αφρική, στη Λατινική Αμερική, στην Ωκεανία και στην Ασία: ακριβώς λόγω του αποικιοκρατικού παρελθόντος τους, δεν εμπιστεύονταν τις δυτικές συμμαχίες (δηλαδή, τον Πρώτο Κόσμο), ούτε ήθελαν να γίνουν υποτελείς δυνάμεων του Δεύτερου Κόσμου. Επειδή πολλές χώρες του Τρίτου Κόσμου ήταν οικονομικώς πτωχές και μη εκβιομηχανισμένες, προέκυψε η συνήθεια να αναφέρονται οι πτωχές χώρες ως «τριτοκοσμικές», αλλά, όπως εξήγησα, ο όρος «Τρίτος Κόσμος» αναφέρεται σε εκείνες τις χώρες που επιδίωκαν να είναι αδέσμευτες και από τους δύο μεγάλους συνασπισμούς-πόλους του Ψυχρού Πολέμου. Επίσης, στο επίπεδο των διεθνών σχέσεων, ο όρος «Τρίτος Κόσμος» συχνά ταυτίστηκε με το Κίνημα των Αδεσμεύτων (Non-Aligned Movement, ΝΑΜ), το οποίο ιδρύθηκε το 1961 στο Βελιγράδι, κατόπιν μιας κοινής πρωτοβουλίας του Ινδού πρωθυπουργού Νεχρού, του Αιγύπτιου προέδρου Νάσερ και του Γιουγκοσλάβου προέδρου Τίτο, και αποτελεί ένα φόρουμ περίπου εκατόν είκοσι κρατών. Σε κάποια ιστορική φάση, ορισμένες ευημερούσες, αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες υπήρξαν μέλη των αδεσμεύτων, όπως η Ιρλανδία, η Αυστρία, η Σουηδία, η Φινλανδία, η Ελβετία και η πάλαι ποτέ Γιουγκοσλαβία. Η Βενεζουέλα ανήκει στο Κίνημα των Αδεσμεύτων, και, μάλιστα, κατά το χρονικό διάστημα 2016–19, ο Βενεζουελανός πρόεδρος Νικολάς Μαδούρο διετέλεσε γενικός γραμματέας του Κινήματος των Αδεσμεύτων.

Ωστόσο, η μελέτη της πολιτικής ιστορίας των κρατών-μελών του Κινήματος των Αδεσμεύτων καταδεικνύει τα εξής επαναλαμβανόμενα μοτίβα:

  • Πολλοί πολιτικοί παράγοντες των αδεσμεύτων, προκειμένου να προωθήσουν τη δική τους πολιτική ατζέντα ανεξαρτήτως από τις δύο Υπερδυνάμεις, συνεργάστηκαν με παράγοντες του οργανωμένου εγκλήματος (π.χ., λαθρεμπόρους) για να εξοικονομήσουν τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους, αφού δεν ήταν στο «payroll» των Υπερδυνάμεων, ούτε των άλλων συστημικών Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι, ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες αυτοί οι πολιτικοί παράγοντες των αδεσμεύτων δεν έλαβαν τα κατάλληλα μέτρα διαχείρισης κινδύνου και δεν αντιστάθμισαν τέτοιου ίδιους ενέργειες με διορθωτικές κινήσεις όταν ανέλαβαν την εξουσία, συσσώρευσαν πολλούς «σκελετούς στα ντουλάπια τους», κατέστησαν άκρως ευάλωτοι σε εκβιασμούς και βυθίστηκαν σε κυκλώματα διαφθοράς.
  • Οι περισσότερες χώρες του Κινήματος των Αδεσμεύτων αποτελούν μέτωπα διεξαγωγής πληροφοριακών επιχειρήσεων και πολιτικο-οικονομικών ανταγωνισμών εκ μέρους των δύο Υπερδυνάμεων και των λοιπών συστημικών Μεγάλων Δυνάμεων.
  • Σημαντικοί πολιτικοί ηγέτες των αδεσμεύτων έχουν ανατραπεί από την εξουσία βιαίως ή και έχουν δολοφονηθεί, όπως, λ.χ., η Ινδή πρωθυπουργός Ίντιρα Γκάντι και ο Σουηδός πρωθυπουργός Ούλοφ Πάλμε.
  • Στις χώρες του Κινήματος των Αδεσμεύτων, η αμερικανική-ευρωατλαντική πλευρά διεξάγει πληροφοριακές επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας κυρίως το προπαγανδιστικό πρότυπο του ακτιβιστή των ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, ενώ η ρωσική πλευρά διεξάγει πληροφοριακές επιχειρήσεις χρησιμοποιώντας κυρίως το προπαγανδιστικό πρότυπο του υπερασπιστή της κρατικής κυριαρχίας και του πατριωτισμού.
  • Οι δύο Υπερδυνάμεις και, σε μεγάλο βαθμό, οι λοιπές Μεγάλες Δυνάμεις του διεθνούς συστήματος ενδιαφέρονται και εργάζονται συστηματικώς για τη δημιουργία και την εξασφάλιση δικών τους πολιτικών περιουσιακών στοιχείων (political assets) στις χώρες του Κινήματος των Αδεσμεύτων, και, όταν το κρίνουν σκόπιμο, μπορεί να μην διστάσουν να μεταχειριστούν τα πολιτικά περιουσιακά στοιχεία που διαθέτουν σε αυτές τις χώρες σαν αντικείμενα προς διαπραγμάτευση μεταξύ τους. Εξ ου και, παραδοσιακώς, οι δύο Υπερδυνάμεις και, σε μεγάλο βαθμό, οι λοιπές Μεγάλες Δυνάμεις του διεθνούς συστήματος αρέσκονται στην εύρεση, στρατολόγηση και εκμετάλλευση πολιτικών παραγόντων που είναι είτε χρήσιμοι αφελείς, είτε χρήσιμοι απελπισμένοι, είτε χρήσιμοι υποκοσμικοί τύποι, είτε γενικώς πολιτικώς αξιοποιήσιμες κακόβουλες συνειδήσεις. Έτσι, οι δύο Υπερδυνάμεις και, σε μεγάλο βαθμό, οι λοιπές Μεγάλες Δυνάμεις του διεθνούς συστήματος στήνουν τα πιόνια στη γεωπολιτική σκακιέρα και παίζουν διάφορες παρτίδες γεωστρατηγικού σκακιού, στο πλαίσιο ενός συνεχιζόμενου διεθνούς σκακιστικού πρωταθλήματος.

Η μεγάλη πολιτική και θα έλεγα υπαρξιακή πολιτική πρόκληση για τους αδεσμεύτους, αλλά και γενικώς για κάθε δρώντα του διεθνούς συστήματος είναι η εξής: το διεθνές σύστημα θα είναι αναγκαστικά το πεδίο της ηθικής παραίτησης, της ιστορικής απαισιοδοξίας, του μηδενιστικού πραγματισμού και των κυνικών υπολογισμών συμφερόντων, ή μπορεί να αναμορφωθεί σύμφωνα με ανώτερες ηθικές αρχές και αξίες και σύμφωνα με ευγενέστερους κανόνες συμπεριφοράς και δράσης; Όπως έγραψε ο μεγάλος ποιητής Ανδρέας Κάλβος, στην ωδή Εις Σάμον, «θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Ιδού, λοιπόν, δύο βασικά συστατικά στοιχεία μιας ενάρετης ασύμμετρης απειλής και μιας συμμαχίας που θα είναι πρωτίστως συμμαχία αρχών και αξιών: η αρετή και η τόλμη.