Ο ΚΟΡΩΝΟΪΟΣ ΩΣ ΜΙΑ ΒΑΘΙΑ ΣΥΜΠΑΙΓΝΙΑ: Η ΣΥΓΚΑΛΥΜΜΕΝΗ ΣΥΝΘΕΣΗ ΜΕΤΑΞΥ ΝΕΟΚΡΑΤΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΝΕΟΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Ο ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ ΚΑΡΤΕΛΙΣΜΟΣ

6690

Δρ. Νικόλαος Λάος
Φιλόσοφος – Σύμβουλος Νοοπολιτικής
Ειδικός Συνεργάτης Ιδιωτικών Εταιρειών Πληροφοριών, Συγγραφέας
www.nicolaslaos.com

Το παρόν άρθρο αποτελεί το δεύτερο και τελευταίο μέρος μιας ερευνητικής εργασίας μου για την κατανόηση της δομής και της πορείας του παγκόσμιου συστήματος με αφορμή την κρίση του κορωνοϊού και τις συνέπειές της. Το πρώτο μέρος αυτής της έρευνας μπορείτε (και πρέπει για λόγους ορθής κατανόησης του θέματος) να το διαβάσετε στο ακόλουθο λινκ της ενημερωτικής ιστοσελίδας Liberty Press:

https://libertypress.gr/geopolitiki-noopolitiki-koronoios/

Στο προαναφερθέν πρώτο μέρος αυτής της ερευνητικής εργασίας, εξήγησα τις έννοιες «σύστημα συνέχειας της κυβέρνησης» και «βαθύ γεγονός», την ιστορική τους εξέλιξη καθώς και τη σημασία τους στην πολιτική ανάλυση και στις διαδικασίες ανάλυσης και σύνθεσης πληροφοριών. Η συνέχεια της κυβέρνησης (στην οποία αναφέρομαι με το αρκτικόλεξο Σ.Τ.Κ.), ως ένα ιδιόμορφο δίκτυο και μια ιδιόμορφη λειτουργία του σύγχρονου κράτους, και η εκδήλωση βαθέων γεγονότων αποτελούν συνέπειες ενός εντυπωσιακού ιστορικού φαινομένου που είναι η ανάπτυξη της δύναμης του κράτους. Η σχετική διαδικασία, που άρχισε στον δυτικό κόσμο γύρω στον δωδέκατο αιώνα μ.Χ. (στο πλαίσιο της δημιουργίας πόλεων-κρατών μετά από τη διάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας), έλαβε μια ισχυρή τυπική πολιτική μορφή με τη Συνθήκη της Βεστφαλίας (1648) και εκδιπλώθηκε με ολοένα ταχύτερους ρυθμούς στη νεοτερική εποχή. Σε αυτό το τμήμα της ερευνητικής εργασίας μου, θα ασχοληθώ με μια συνοπτική δομική θεώρηση του σύγχρονου πολιτικού και οικονομικού συστήματος, αναλύοντας, μεταξύ άλλων, την ιστορία και την ταυτότητα του νεοτερικού κράτους και το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης.

Το Συνέδριο της Βιέννης (1815), όπου, μετά από την ήττα του Ναπολέοντα Βοναπάρτη, έλαβε χώρα η επιβολή ενός συστήματος κρατισμού, αυταρχισμού και ισορροπίας δυνάμεων (Realpolitik) στην Ευρώπη και θεσπίστηκε η λεγόμενη «Ιερή Συμμαχία» μεταξύ των μεγάλων Ευρωπαίων απολυταρχών, δηλαδή, του Τσάρου Αλέξανδρου Α´ της Ρωσίας, του Αυτοκράτορα Φραγκίσκου Α´ της Αυστρίας και του Βασιλέα Φρειδερίκου Γουλιέλμου Γ´ της Πρωσίας.

Η Γέννηση και η Εξέλιξη του Νεοτερικού Κράτους

Εγγενείς στον όρο «κράτος» είναι δύο αλληλένδετες μεταξύ τους έννοιες: Η μια από αυτές αναφέρεται σε κάθε πολιτικώς οργανωμένη κοινωνία με ξεχωριστή, δική της κυβέρνηση. Αυτή η έννοια του κράτους καλλιεργεί στον λαό ένα αίσθημα ταύτισης με το κράτος. Η άλλη έννοια του κράτους αναφέρεται στο πολιτικό ενεργειακό κέντρο, στον μηχανισμό που ασκεί εξουσία. Αυτός ο μηχανισμός αποτελεί μια εξειδικευμένη οργάνωση, καθώς επιτελεί μια συγκεκριμένη λειτουργία που ονομάζεται «επιταγή» («command») και αναφέρεται σε κάθε πολιτική εντολή, σε κάθε νόμο, σε κάθε πράξη νομοθετικού περιεχομένου και σε κάθε κανονιστική πράξη της διοίκησης. Τα μέλη του μηχανισμού της κρατικής εξουσίας ασκούν εξουσία σε διάφορους βαθμούς.

Γενικώς, η κρατική εξουσία αποτελεί ένα ξεχωριστό είδος εξουσίας, διότι θεωρείται νόμιμη. Επίσης, οι επιταγές του κράτους στηρίζονται στον καταναγκασμό. Ο καταναγκασμός αποτελεί ένα απαραίτητο συστατικό και γνώρισμα της κρατικής εξουσίας. Ωστόσο, παρ’ ότι και μια εγκληματική συμμορία μπορεί να ασκήσει τον καταναγκασμό και να επιβάλει τη θέλησή της, δεν μπορεί να αξιώσει να θεωρηθεί ότι είναι κράτος. Εκτός από τον καταναγκασμό, λοιπόν, ένα ακόμη απαραίτητο συστατικό και γνώρισμα της κρατικής εξουσίας είναι η νομιμότητα, συγκεκριμένα, η πίστη του πολίτη στη νομιμότητα των επιταγών του κράτους. Επί πλέον, η έννοια του νεοτερικού έθνους-κράτους είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την πεποίθηση στον αγαθοεργό χαρακτήρα του κράτους, συγκεκριμένα, στη σπουδαιότητα και στην ανωτερότητα (έναντι του φυσικού ατόμου) των σκοπών που επιδιώκει το κράτος. Η προαναφερθείσα πίστη στην αγαθοεργή λειτουργία του κράτους οδηγεί στην ταύτιση του πολίτη με το κράτος, και αυτό το γεγονός σε συνδυασμό, πρώτον, με την πίστη στη νομιμότητα των επιταγών του κράτος και, δεύτερον, με την επίγνωση ότι το κράτος έχει την ικανότητα να επιβάλλει τη θέλησή του δημιουργούν την υπακοή, συγκεκριμένα, την υποταγή του πολίτη στο κράτος.

Μεταξύ των προαναφερθέντων τριών κινήτρων που προσδιορίζουν την υπακοή του πολίτη στις επιταγές του κράτους, η πίστη στη νομιμότητά τους ανοίγει και οδηγεί το πεδίο της πολιτειολογίας στη σφαίρα της μεταφυσικής και στη σφαίρα του μύθου. Διότι η πίστη στη νομιμότητα των επιταγών ενός θεσμού χρειάζεται μια μεταφυσική, δηλαδή, μια φιλοσοφία περί της πηγής και της ουσίας (ή περί των εσχάτων κριτηρίων) του δικαίου και, βεβαίως, έναν θεμελιώδη συστατικό μύθο (δηλαδή, ένα συμβολικό σύστημα που θα συνδέει πνευματικώς-ψυχικώς τα μέλη ενός θεσμού με τις επιταγές που διατυπώνονται από τη διοίκηση αυτού του θεσμού και θα κινητοποιεί αντιστοίχως τα μέλη αυτού του θεσμού). Ιστορικώς, τα δύο σημαντικότερα είδη μύθων επάνω στα οποία και διά μέσου των οποίων συγκροτήθηκε το νεοτερικό κράτος είναι τα εξής: στη μια περίπτωση, η κυριαρχία του Θεού ή μιας θείας τάξης πραγμάτων, και, στην άλλη περίπτωση, η εξουσία της ίδιας της υποκείμενης κοινωνίας. Στην πρώτη περίπτωση, δηλαδή, το κράτος νοείται ως η εικόνα μιας υπερβατικής, επουράνιας τάξης πραγμάτων, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, το κράτος νοείται ως ο εντολοδόχος της υπέρτατης εξουσίας που είναι η κοινωνία (ή λαός). Στην πρώτη περίπτωση, το κράτος δεσμεύεται με κανόνες που απορρέουν από την παράδοση και την πίστη σε ένα ιερό σύστημα, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, το κράτος δεσμεύεται με κανόνες που απορρέουν από την κοινωνική δυναμική, δηλαδή, από την εκάστοτε κατανομή της εξουσίας μεταξύ των κοινωνικών δρώντων και από τα αξιώματα (θεμελιώδεις αρχές) του τυπικού συστήματος της εκάστοτε έννομης τάξης.

Σύμφωνα με τον μύθο της θείας κυριαρχίας, το κράτος πρέπει να δρα σύμφωνα με τη θεία βούληση. Ενώ κατ’ αρχήν αυτός ο μύθος θα μπορούσε να εφοδιάσει την ανθρωπότητα με μια πολύτιμη ιερότητα η οποία θα μπορούσε να εξασφαλίσει την ελευθερία της ανθρωπότητας από τη λογική της φυσικής και ιστορικής ανάγκης, ανυψώνοντας την ανθρωπότητα στο επίπεδο του θείου, διάφορα ιερατεία σφετερίστηκαν και ιδιοποιήθηκαν κατ’ αποκλειστικότητα τα προνόμια και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτόν τον μύθο και ανήκουν σε όλη την ανθρωπότητα. Εξ ου και, στον Μεσαίωνα, καθώς εκφυλιζόνταν το εκκλησιαστικό κατεστημένο σε έναν θεσμό πνευματικού δεσποτισμού και βαθιάς διαφθοράς, η Μοναρχία αμφισβήτησε την εξουσία της Εκκλησίας, και σταδιακώς, σε διάφορες χώρες, επιβλήθηκε στην Εκκλησία. Στη συνέχεια, βεβαίως, και η Μοναρχία ακολούθησε την εκφυλιστική πορεία της Εκκλησίας, καθώς, αντί η Μοναρχία να λειτουργήσει ως ο υπέρτατος θεματοφύλακας της ιστορικής αντανάκλασης μιας θείας τάξης πραγμάτων η οποία θα εφοδίαζε την ανθρωπότητα με ιερότητα (δηλαδή, αντί η Μοναρχία να κάνει αυτό που δεν έκανε η Εκκλησία), εκφυλίστηκε σε έναν θεσμό πολιτικού δεσποτισμού.

Σύμφωνα με τον μύθο της λαϊκής κυριαρχίας, το κράτος πρέπει να λειτουργεί σύμφωνα με τις εντολές των αντιπροσώπων του λαού, δηλαδή, σύμφωνα με τις εντολές του κοινοβουλίου. Και σε αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, διαπιστώνουμε μια σύγκρουση μεταξύ του εντολέα και του εντολοδόχου: όπως στα μεσαιωνικά κράτη, που βασίζονταν στον μύθο της θείας κυριαρχίας, υπήρχε μια σύγκρουση μεταξύ της Εκκλησίας και της Μοναρχίας, έτσι και στα νεοτερικά κράτη, που βασίζονται στον μύθο της λαϊκής κυριαρχίας, υπάρχει μια σύγκρουση μεταξύ της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας. Όπως στον Μεσαίωνα, τελικώς, η Μοναρχία επιβλήθηκε στην Εκκλησία, έτσι και στη Νεοτερικότητα, τελικώς, η εκτελεστική εξουσία επιβλήθηκε στη νομοθετική εξουσία.

Η προϊούσα εκκοσμίκευση είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με την αντικατάσταση του μύθου της θείας κυριαρχίας από τον μύθο της λαϊκής κυριαρχίας, οδηγώντας έτσι στη νεοτερική αντίληψη του έθνους (όπως εκφράστηκε, λ.χ., στο πλαίσιο των φιλοσοφιών του Γιόχαν Χέρντερ, του Γκέοργκ Χέγκελ κ.ά). Αυτή η εξέλιξη προκάλεσε μια νέα μεταβολή στην έννοια της κυριαρχίας. Συγκεκριμένα, η δημιουργία και η επιβολή του έθνους-κράτους ως του δεσπόζοντος προτύπου πολιτικής οργάνωσης των κοινωνιών στη Νεοτερικότητα είχαν ως συνέπεια την πρόσμειξη της έννοιας της λαϊκής κυριαρχίας με την έννοια της εθνικής κυριαρχίας. Έτσι, πλέον, το κράτος έγινε εντολοδόχος του έθνους, και ο αγαθοεργός χαρακτήρας του κρίνεται με πρωταρχικό κριτήριο την εξυπηρέτηση των σκοπών του έθνους. Με άλλα λόγια, από τη σκοπιά του νεοτερικού έθνους-κράτους, το πρωταρχικό κριτήριο με βάση το οποίο εξετάζεται ο αγαθοεργός χαρακτήρας του κράτους δεν είναι ούτε η θεία βούληση, ούτε κάποιες υπερβατικές, καθολικές αξίες, ούτε ένα συγκεκριμένο σύστημα πνευματικής καλλιέργειας («παιδείας»), ούτε καν η λαϊκή βούληση καθ’ εαυτή, αλλά είναι η αρχή του «εθνικού συμφέροντος» («raison d’ état»). Η καθιέρωση και η ανακήρυξη της αρχής του «εθνικού συμφέροντος» ως του πρωταρχικού και ουσιαστικώς απόλυτου κριτηρίου με βάση το οποίο εξετάζεται ο αγαθοεργός χαρακτήρας του κράτους οδήγησαν στην καθιέρωση και στην επιβολή μιας προνομιούχας μειοψηφίας η οποία, στο πλαίσιο του νεοτερικού έθνους-κράτους, διαθέτει το μονοπώλιο της γνώσης, της ερμηνείας και της ιστορικής έκφρασης του εθνικού συμφέροντος χάρη στο γεγονός και μόνο ότι κατέχει την ανώτατη έδρα της εξουσίας. Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο του νεοτερικού έθνους-κράτους, η υπέρτατη αρχή του κράτους είναι το εθνικό συμφέρον, και η προνομιούχα μειοψηφία της κρατικής εξουσίας είναι ο αυθεντικός γνώστης, ερμηνευτής και ιστορικός εκφραστής του εθνικού συμφέροντος επειδή ακριβώς κατέχει την κρατική εξουσία. Αυτό το κυκλικό σόφισμα αποτελεί το θεμέλιο της πολιτικής δομής του νεοτερικού έθνους-κράτους, και επιτρέπει ουσιαστικώς στην κρατική εξουσία να λειτουργεί ως ένα κλειστό, αυτοαναφορικό σύστημα.

Ένας ακόμη, ο τέταρτος, παράγοντας στον οποίο βασίζεται η υπακοή στο νεοτερικό κράτος είναι αυτό που ο νομπελίστας οικονομολόγος  Τζον Κένεθ Γκάλμπρεϊθ έχει ονομάσει «προσαρμογή» (John Kenneth Galbraith, The New Industrial State, αρχικώς εκδόθηκε το 1967 στη Βοστώνη από τον εκδοτικό οίκο Houghton Mifflin, και έγιναν τρεις αναθεωρημένες επανεκδόσεις του, το 1972, το 1978 και το 1985). Σε έναν κόσμο βιομηχανικής οργάνωσης, αποφαίνεται ο Γκάλμπρεϊθ, ένας διαδεδομένος και συνηθισμένος τρόπος εκδήλωσης της παρόρμησης για εξουσία είναι η προσαρμογή στις επιταγές των κρατικών ελίτ, με την ελπίδα ότι, προσαρμοζόμενος στις επιταγές των κρατικών ελίτ και κάνοντας επίσης ορισμένους τακτικούς ελιγμούς, κάποιος μπορεί να ανέλθει την κλίμακα του ιδρυμένου συστήματος εξουσίας. Αυτό το κίνητρο είναι ιδιαιτέρως ισχυρό στους πολιτικάντηδες, δηλαδή, στις πολιτικές μαριονέτες, και αποτελεί την ουσία του επαγγέλματός τους.

Την έννοια της «πολιτικής εξουσίας» την προσεγγίζω με όρους επιρροής, σύμφωνα με την προσέγγιση που έχει εισηγηθεί ο διακεκριμένος Αμερικανός πολιτικός επιστήμων και πολιτικός αξιωματούχος Τζόζεφ Νάι Τζούνιορ (Joseph S. Nye, Jr., The Future of Power, New York: Public Affairs, 2011). Συγκεκριμένα, η πολιτική εξουσία συνίσταται στην ικανότητα είτε στη δύναμη επηρεασμού, άμεσου είτε έμμεσου, του κοινοβουλίου, του υπουργικού συμβουλίου και της κρατικής γραφειοκρατίας. Μεγάλο μέρος αυτής της δύναμης επηρεασμού όχι μόνο είναι αόρατο, αλλά και εξαρτάται από την απουσία ορατότητας και δημοσιότητας. Άλλωστε, όπως ανέφερα στο πρώτο μέρος της παρούσας ερευνητικής εργασίας μου, το ίδιο το σύγχρονο κράτος περιέχει και κρύβει εντός του ένα δεύτερο μυστικό κράτος, το «σύστημα συνέχειας της κυβέρνησης», ή «βαθύ κράτος». Επίσης, όπως έχει εξηγήσει ο Τζόζεφ Νάι, οι μέθοδοι επηρεασμού της πολιτικής διαδικασίας εξαρτώνται από το σύστημα αξιών, τους θεσμούς και τις τεχνολογίες που επικρατούν σε κάθε κοινωνία, και, γι’ αυτόν τον λόγο, σε κάθε κοινωνία, η μέθοδος επηρεασμού βασίζεται σε ένα συγκεκριμένο «κοκτέιλ» σκληρής και ήπιας δύναμης που είναι προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της αντίστοιχης κοινωνίας: η σκληρή δύναμη (hard power) συνίσταται σε ένα σύστημα εκβιασμών, ωμών απαιτήσεων και δωροδοκιών, ενώ η ήπια δύναμη (soft power) συνίσταται σε ένα σύστημα εκλεπτυσμένης προπαγάνδας και ψυχολογικών επιχειρήσεων με σκοπό τα πρόσωπα-στόχοι να φθάσουν να θέλουν από μόνα τους αυτό που θέλει ο ασκών την ήπια δύναμη επάνω τους. Κατ’ αποτέλεσμα, και δεδομένης της πάγιας λειτουργίας ενός συγκαλυμμένου κράτους μέσα στο επίσημο κανονικό κράτος, η κλασσική έννοια της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, σύμφωνα με την οποία οι πολίτες έχουν την ίδια πολιτική δύναμη και εκπροσωπούνται αυθεντικώς στις πολιτικές υποθέσεις μέσω εκλεγμένων αντιπροσώπων, δεν αποτελεί ούτε καν γελοιογραφία της πραγματικής κατάστασης.

Ένα ακόμη στοιχείο που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας για να κατανοήσουμε το νεοτερικό κράτος είναι ότι οι νεοτερικές κοινωνίες χαρακτηρίζονται από πλουραλισμό, υπό την έννοια ότι αποτελούνται από διάφορα χωριστά διαμερίσματα εξουσίας, τα οποία λειτουργούν ως ολιγοπώλια εξουσίας σύμφωνα με τη λογική του ολιγοπωλιακού ανταγωνισμού, όπως αυτός περιγράφεται και μελετάται στην πολιτική οικονομία. Ορισμένα από τα γνωστότερα και εμφανέστερα ολιγοπώλια εξουσίας που δρουν στα νεοτερικά κράτη είναι οι μεγάλες επιχειρήσεις, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, οι δεξαμενές σκέψεις, οι οργανωμένες ομάδες πολιτικής πίεσης (λόμπι), διάφορα επιχειρηματικά και τεχνικά επιμελητήρια, οι βιομηχανικοί σύνδεσμοι, διάφορες επιστημονικές οργανώσεις, διάφοροι επαγγελματικοί σύλλογοι, ακτιβιστικές/μη-κυβερνητικές οργανώσεις, διάφορα πολιτιστικά ιδρύματα, οι ξένες πρεσβείες, διάφοροι θρησκευτικοί θεσμοί κ.ά.

Τέλος, η ιστορία του νεοτερικού κράτους είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης. Κρίνοντας εκ των υστέρων, μπορούμε να αποφανθούμε ότι η δεκαετία του 1960 σηματοδοτεί μια εξέλιξη στην παγκόσμια πολιτική στο πλαίσιο της οποίας η έννοια της παγκοσμιότητας (globalism) απέκτησε αυξανόμενη ιστορική σημασία. Ο όρος «παγκοσμιότητα» αναφέρεται σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από δικτυακές μορφές οργάνωσης οι οποίες υπερβαίνουν κρατικά σύνορα και γεωπολιτικούς περιορισμούς. Για παράδειγμα, ένα δίκτυο που αποτελείται από ανθρώπους που συμμερίζονται σημαντικές κοινές ιδεολογικές αρχές, πολιτιστικές αξίες, οικονομικές επιδιώξεις, εθνοτικές ταυτότητες κ.λπ. αποτελεί ένα ενιαίο δικτυακό παγκόσμιο υποκείμενο, καθώς ενώνει ανθρώπους μεταξύ τους, ανεξαρτήτως των παραδοσιακών κρατικών και γεωγραφικών όρων και ορίων υπό τους οποίους αυτοί οι άνθρωποι ζουν. Με τον όρο «παγκοσμιοποίηση» (globalization), εννοούμε την ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η παγκοσμιότητα.

Ουσιαστικώς, η παγκοσμιότητα είναι ένας εξαντικειμενισμός της επικοινωνίας μεταξύ συνειδητών οντοτήτων στο πεδίο του πολιτικού βίου. Όπως εξηγώ στα βιβλία μου The Metaphysics of World Order (Eugene, Oregon: Pickwick Publications, 2015), The Meaning of Being Illuminati (Newcastle upon Tyne: Cambridge Scholars Publishing, 2018) και Εγχειρίδιο Διδασκάλων (Εκδόσεις Νέα Διάσταση, υπό έκδοση το 2020) οι άνθρωποι και, γενικώς, οι ανθρώπινοι οργανισμοί δεν είναι μόνο όντα της γης (δηλαδή, γεωγραφικώς και γεωπολιτικώς προσδιορισμένα), αλλά είναι και όντα του ουρανού, υπό την έννοια ότι χαρακτηρίζονται από πνευματική ελευθερία. Ειδικότερα, η ανθρώπινη δημιουργικότητα, μέσω της επιστήμης, της τέχνης και της τεχνολογίας, βοηθεί το ανθρώπινο πνεύμα να υπερνικήσει τις δυνάμεις και την αδράνεια του υλικού κόσμου και να επιδιώξει δομικές αλλαγές. Επί πλέον, οι άνθρωποι δεν συνδέονται με τα όντα και τα πράγματα του κόσμου κατά άμεσο τρόπο, αλλά κυρίως μέσω νοημάτων, σημασιών και αξιολογικών κρίσεων. Συνεπώς, η επικοινωνία μεταξύ των συνειδήσεων οδηγεί στην ανάπτυξη ενός συστήματος ανταλλαγής πληροφοριών και νοημάτων το οποίο υπερβαίνει την έννοια του γεωγραφικού τόπου και είναι αποεδαφοποιημένο.

Η παγκοσμιότητα είναι ένα φαινόμενο που έχει αρχαίες ρίζες, και κάθε σημαντικό κομμάτι του χωροχρόνου χαρακτηρίζεται από κάποιον βαθμό παγκοσμιότητας, εφόσον καμιά ιστορική κοινωνία δεν έχει υπάρξει ποτέ ως ένα απολύτως κλειστό σύστημα (ούτε τα πλέον εγκληματικά και ολοκληρωτικά καθεστώτα, δηλαδή, εκείνα της Σοβιετικής Ένωσης, της ναζιστικής Γερμανίας και της μαοϊκής Κίνας, δεν κατάφεραν να επιβάλουν ένα απολύτως κλειστό κοινωνικό σύστημα, ούτε να μεταλλάξουν τον άνθρωπο σε απολύτως ελεγχόμενη μονάδα ενός κλειστού κρατικού συστήματος). Η αυξανόμενη πολιτική σημασία της παγκοσμιότητας από τη δεκαετία του 1960 και μετά είναι αρρήκτως συνδεδεμένη με τις επιστημονικές και τεχνολογικές επαναστάσεις στα πεδία της επικοινωνίας και των μεταφορών καθώς επίσης και με την ταυτοποίηση και διαχείριση παγκόσμιων ζητημάτων, δηλαδή, ζητημάτων που αναγκαστικά (από τη φύση τους) έχουν αντίκτυπο σε όλα τα μέρη της υδρογείου, όπως λ.χ. οι παγκόσμιες συνέπειες ενός πυρηνικού πολέμου, περιβαλλοντικά προβλήματα και οικολογικά ζητήματα, διάφορες νόσοι, η διαχείριση της παγκόσμιας οικονομίας κ.ο.κ.

Η αυξανόμενη παγκοσμιοποίηση του διεθνούς συστήματος (ιδιαιτέρως στις περιοχές της παραγωγής, της χρηματοοικονομικής, της πολιτικής επικοινωνίας και του πολιτικού ακτιβισμού), η μεταβαλλόμενη φύση του διακρατικού συστήματος στη μετα-ηγεμονική εποχή του δευτέρου ημίσεως του εικοστού αιώνα και η αυξανόμενη σημασία των παγκόσμιων ζητημάτων αναδεικνύουν νέες εννοιολογήσεις των όρων «παγκόσμια διακυβέρνηση» («global governance») και «παγκόσμια τάξη πραγμάτων» («world order») καθώς και νέους διαλόγους γύρω από αυτούς τους όρους. Οι περισσότεροι διεθνείς δρώντες ασχολούνται με το ζήτημα της παγκοσμιοποίησης από τη σκοπιά της πολιτικής δύναμης, συγκεκριμένα, από τη σκοπιά της κατανομής και της ανακατανομής της δύναμης μεταξύ των μελών του διεθνούς συστήματος. Δεν χρειάζεται να κάνουμε μεγάλη έρευνα για να καταλήξουμε σε αυτήν τη διαπίστωση. Αρκεί να ανασκοπήσουμε τις δηλώσεις των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων και των υπουργών Εξωτερικών κατά τη διάρκεια συζητήσεων στη Γενική Συνέλευση του Ο.Η.Ε., η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως η πιο αντιπροσωπευτική επιτομή του παγκόσμιου πολιτικού σώματος.

Κράτος και Παγκοσμιοποίηση: Οι Διάφορες Στάσεις

Η στάση του επιχειρηματικού καπιταλισμού απέναντι στο κράτος δεν είναι ενιαία. Κατ’ αρχάς, υπάρχει εκείνο το τμήμα του επιχειρηματικού καπιταλισμού για το οποίο ο ρόλος του κράτους πρέπει να είναι περιορισμένος κατά βάση στην εξασφάλιση του αναγκαίου θεσμικού πλαισίου για την απρόσκοπτη λειτουργία της ελεύθερης αγοράς και φυσικά πρέπει να βοηθεί τον επιχειρηματικό καπιταλισμό στην επέκτασή του πέρα από τα εθνικά σύνορα (μέσω μιας πολιτικής ανοικτών αγορών σε διεθνή κλίμακα, η οποία ενίοτε μπορεί να περιλαμβάνει και στρατιωτικές επεμβάσεις για την αλλαγή καθεστώτων και τη βίαιη δημιουργία νέων αγορών). Ένα άλλο τμήμα του επιχειρηματικού καπιταλισμού περιμένει ακόμη περισσότερα από το κράτος, και, γι’ αυτόν τον λόγο, υποστηρίζει ένα σύστημα κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία. Συγκεκριμένα, προσδοκά από τη δημοσιονομική και τη νομισματική πολιτική του κράτους να αποτρέψει μια καθίζηση της συνολικής ζήτησης η οποία δεν θα επέτρεπε στην αγορά να απορροφήσει την παραγωγή των επιχειρηματικών συγκροτημάτων στις ελεγχόμενες από αυτά τιμές. Δεύτερον, αυτή η μερίδα του επιχειρηματικού καπιταλισμού ζητεί χρήσιμες δημόσιες επενδύσεις για χάρη της διευκόλυνσης της διαδικασίας κεφαλαιακής συσσώρευσης: το κράτος, επιτελώντας τη λειτουργία του προγραμματισμού στο πλαίσιο του βιομηχανικού συστήματος, «κοινωνικοποιεί» μεγάλο μέρος του κόστους της ιδιωτικής επιχείρησης· για παράδειγμα, μεγάλες προσπάθειες εκπαίδευσης, οι οποίες μάλιστα θα εφοδιάσουν τις επιχειρήσεις με τους κατάλληλους ανθρώπινους πόρους, σοβαρές τεχνολογικές προσπάθειες κ.ά., καταβάλλονται από το κράτος, και το κόστος τους καλύπτεται από τους πολίτες. Στο πλαίσιο, μάλιστα, της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης του κοινωνικού προγραμματισμού, μεγάλες επιχειρήσεις έχουν φθάσει στο σημείο να ασκούν αποφασιστική επιρροή στα ζητήματα της εθνικής ασφάλειας και της εξωτερικής πολιτικής, και πολλά μέλη της πολιτικής και οικονομικής ελίτ έχουν την τάση να θεωρούν ότι η κρατική διπλωματία πρέπει να υπηρετεί πρωτίστως την ανάπτυξη διεθνών εμπορικών σχέσεων και μετατρέπουν τους εαυτούς τους σε διαμεσολαβητές (brokers) οικονομικών συμφερόντων. Ένα τρίτο μέρος του επιχειρηματικού καπιταλισμού, η λεγόμενη τάξη των εθνικών καπιταλιστών, αποτελείται αφ’ ενός από εκείνους που θέλουν να χρησιμοποιήσουν το κράτος ως ασπίδα προστασίας από τη διεθνή παραγωγή, και, γι’ αυτόν τον λόγο, συχνά είναι υπέρμαχοι του οικονομικού προστατευτισμού, αφ’ ετέρου από εκείνους που εκμεταλλεύονται κενά που αφήνει η διεθνής παραγωγή (και, άρα, αυτοί οι τελευταίοι δεν είναι καν εκτεθειμένοι στον διεθνή ανταγωνισμό).

Όμως, ούτε το διεθνές κεφάλαιο μπορεί να εξασφαλίσει την απόλυτη υπεροχή του επί του εθνικού κεφαλαίου σε όλες τις χώρες-κλειδιά του μητροπολιτικού καπιταλισμού, ούτε το εθνικό κεφάλαιο μπορεί (τουλάχιστον χωρίς την επικράτηση μιας μορφής φασισμού σε όλες τις χώρες-κλειδιά του μητροπολιτικού καπιταλισμού) να αναστρέψει τη διεθνοποίηση του κράτους και να ανασυστήσει έναν μερκαντιλιστικό κόσμο, στον οποίο το κράτος θα εφαρμόζει εμπορικό προστατευτισμό με υψηλούς δασμούς στις εισαγωγές και εξαγωγικές επιδοτήσεις για τα εγχώρια αγαθά, προάγοντας τα συμφέροντα των εγχώριων εμπόρων και ουσιαστικώς εξάγοντας ανεργία, δηλαδή, δημιουργώντας ένα εθνικιστικό και πολεμικό δια-κρατικό οικονομικό σύστημα. Άλλωστε, ένας μερκαντιλιστικός κόσμος μονομερών αποφάσεων και διμερών συμφωνιών ενέχει σοβαρούς κινδύνους εκδήλωσης οικονομικών πολέμων, οι οποίοι μπορεί να προκαλέσουν μείωση του παραγόμενου πλούτου και του βιοτικού επιπέδου σε παγκόσμια κλίμακα.

Στην εποχή της αυξημένης παγκοσμιοποίησης, ούτε η τάξη των εργαζομένων είναι ομοιογενής. Η τάξη των εργαζομένων περιλαμβάνει αυτούς που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ασφαλείς εργαζομένους» (πρόκειται συνήθως για πρόσωπα αρκετά εκπαιδευμένα, με ασφαλή καριέρα και αξιόλογες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης), και αυτούς που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «ανασφαλείς εργαζομένους» (πρόκειται συνήθως για πρόσωπα λιγότερο εκπαιδευμένα, με αμφίβολο επαγγελματικό μέλλον, χειρότερες αμοιβές και αδύναμη ή ανύπαρκτη συνδικαλιστική οργάνωση). Επίσης, μια άλλη διάκριση που χαρακτηρίζει την τάξη των εργαζομένων είναι μεταξύ εκείνων που απασχολούνται από το εθνικό κεφάλαιο, και εκείνων που απασχολούνται από το διεθνές κεφάλαιο, δηλαδή, είναι ενταγμένοι σε διεθνείς παραγωγικές διαδικασίες. Οι εργαζόμενοι που έχουν μια ικανοποιητική καριέρα σε διεθνείς παραγωγικές διαδικασίες βλέπουν συχνά τα συμφέροντά τους να ευνοούνται από την επέκταση της διεθνούς παραγωγής, ενώ οι εργαζόμενοι που έχουν μια ικανοποιητική καριέρα σε εθνικές παραγωγικές δραστηριότητες συχνά αισθάνονται περισσότερο ικανοποιημένοι και ασφαλείς όταν λαμβάνονται μέτρα οικονομικού προστατευτισμού και, γενικώς, οικονομικού εθνικισμού.

Η αύξηση της παγκοσμιοποίησης από τη δεκαετία του 1960 και μετά έχει οδηγήσει στη δημιουργία δύο μεγάλων αντιμαχόμενων μεταξύ τους πολιτικών στρατοπέδων αναφορικώς με το ζήτημα της παγκοσμιότητας: το ένα στρατόπεδο είναι εκείνο του νεοφιλελευθερισμού (neoliberalism), και το άλλο στρατόπεδο θα το ονομάσω νεοκρατισμό (διότι εκφράζει μια προσπάθεια επικαιροποίησης του εθνικισμού και ενίσχυσης του κύρους και της εξουσίας του κράτους ως αντίδραση προς τον νεοφιλελευθερισμό). Η «σχολή» του νεοφιλελευθερισμού αναγνωρίζει και αποδέχεται τα εξής χαρακτηριστικά του διεθνούς συστήματος στην εποχή της αυξημένης παγκοσμιοποίησης: (i) Η διεθνοπολιτική ανάλυση δεν πρέπει να περιορίζεται στην ανάλυση των συμπεριφορών των κρατών (ουσιαστικώς των κυβερνήσεων), αλλά πρέπει να περιλαμβάνει την ανάλυση της συμπεριφοράς πολλών κέντρων εξουσίας. (ii) Οι βασικοί και σημαντικοί παίκτες στο διεθνοπολιτικό σύστημα δεν είναι μόνο τα κράτη, αλλά και διάφοροι υπο-κρατικοί, δια-κρατικοί και υπερ-κρατικοί παράγοντες. (iii) Το μοντέλο απεικόνισης του διεθνοπολιτικού συστήματος είναι ένας ιστός αράχνης, αντανακλώντας και εκφράζοντας τη διεθνή αλληλεξάρτηση. (iv) Το κράτος δεν αποτελεί έναν μονολιθικό, ενιαίο θεσμό/παίκτη, αλλά ένα άθροισμα διαφορετικών συντελεστών, και λειτουργεί ως ένας διαιτητής μεταξύ διαφορετικών ομάδων πίεσης. Αντιθέτως, οι νεοκρατιστές εμπνέονται κυρίως από τη διεθνοπολιτική «σχολή» του πολιτικού ρεαλισμού (political realism), ο οποίος προβαίνει σε μια διεθνοπολιτική ανάλυση με επίκεντρο το κράτος (υποτιμώντας κάθε μη-κρατικό δρώντα), θεωρεί και υποστηρίζει ότι οι βασικοί και σημαντικοί παίκτες στο διεθνοπολιτικό σύστημα είναι (και πρέπει να είναι) τα κράτη, υιοθετεί ένα μοντέλο απεικόνισης του διεθνοπολιτικού συστήματος το οποίο συνίσταται σε μπάλες μπιλιάρδου (που αντιπροσωπεύουν κυρίαρχα κράτη σε ένα αναρχικό διεθνοπολιτικό σύστημα), και αντιλαμβάνεται το κράτος ως έναν ενιαίο παράγοντα (σαν τον ανθρώπινο οργανισμό).

Δεν θα ήταν υπερβολή να ισχυριστούμε ότι η αντίληψη περί του κράτους την οποία προωθεί η «σχολή» του πολιτικού ρεαλισμού, και με βάση την οποία οι νεοκρατιστές αντιμάχονται τους νεοφιλελεύθερους αποτελεί έναν ιδεατό τύπο και ουσιαστικώς αγνοεί την ιστορική πραγματικότητα και την ιστορική εξέλιξη του θεσμού του κράτους, τις οποίες συνοπτικώς εξέθεσα προηγουμένως. Με άλλα λόγια, η αντίληψη περί του κράτους την οποία προωθεί η «σχολή» του πολιτικού ρεαλισμού, και με βάση την οποία οι νεοκρατιστές αντιμάχονται τους νεοφιλελεύθερους είναι ουσιαστικώς ιδεαλιστική (η «σχολή» του πολιτικού ρεαλισμού απομονώνει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά της όλης πραγματικότητας του κράτους και των διεθνών σχέσεων και τα παρουσιάζει σαν να αποτελούσαν την όλη πραγματικότητα του κράτους και των διεθνών σχέσεων, και αυτό το ονομάζει «πολιτικό ρεαλισμό»). Γιατί, άραγε, οι νεοκρατιστές (περιλαμβανομένων αντινεοφιλελεύθερων καπιταλιστικών ελίτ και παραγόντων του «βαθέος κράτους» και του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος) καταφεύγουν σε αυτή την ιδεαλιστική πολιτική αντίληψη (ασχέτως αν κάποιοι την αποκαλούν «ρεαλιστική»); Η απάντηση μπορεί να δοθεί πολύ σύντομα ως εξής: πρώτον, διότι φοβούνται ότι, από ένα σημείο και πέρα, η αύξηση της παγκοσμιοποίησης και του κοινωνικού πλουραλισμού μπορεί να οδηγήσει όχι μόνο σε μια τεράστια ενίσχυση του διεθνούς κεφαλαίου (έναντι του εθνικού κεφαλαίου και των κρατικών γραφειοκρατιών), αλλά και στην υπερβολική πολιτική αφύπνιση και, κατ’ επέκταση, στην υπερβολική πολιτική χειραφέτηση των λαών (και, άρα, χρειάζονται ισχυρά κρατικά «μαντριά»)· δεύτερον, επειδή η φιλελεύθερη ολιγαρχία έχει συσσωρεύσει τεράστιες χρηματοοικονομικές καταχρήσεις (μέσω και εξαιτίας χρηματιστηριακής κερδοσκοπίας, ψευδούς λογιστικής, μαύρων προϋπολογισμών και στρατιωτικών επιχειρήσεων) και, άρα, χρειάζεται τον κρατισμό για τον έλεγχο των λαών και την κοινωνικοποίηση του κόστους αντιμετώπισης των χρηματοοικονομικών καταχρήσεων της φιλελεύθερης ολιγαρχίας· και, τρίτον, επειδή πολλοί φορείς της τυπικής κρατικής εξουσίας (ιδίως αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων και υψηλόβαθμοι κρατικοί γραφειοκράτες) θέλουν να διατηρήσουν ένα αυξημένο επίπεδο ουσιαστικής πολιτικής δύναμης έναντι υπο-κρατικών, δια-κρατικών και υπερ-κρατικών παραγόντων και να διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στις ροές του κεφαλαίου (εξ ου και η προσπάθειά τους εκμεταλλευθούν τις ανασφάλειες του εθνικού κεφαλαίου και των εργαζομένων που απασχολούνται από το εθνικό κεφάλαιο και να μετατρέψουν μια ιδεαλιστική πίστη στον αγαθοεργό χαρακτήρα, στην εσωτερική, οργανισμική συνοχή και στην πολιτική αποτελεσματικότητα του κράτους σε μέσο συγκέντρωσης και ενίσχυσης της κρατικής εξουσίας).

Ανάλυση των Κύριων Φραξιών-Συνιστωσών του Δυτικού-Ευρωατλαντικού Κοινωνικού Κατεστημένου

Στο υπό έκδοση βιβλίο μου Εγχειρίδιο Διδασκάλων (Εκδόσεις Νέα Διάσταση), παραθέτω τον ακόλουθο χάρτη των πολιτικών ελίτ του δυτικού κόσμου των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα, με βάση τον κύκλο των πολιτικών θεωριών που αναλύω συστηματικός στο ίδιο βιβλίο και σύμφωνα με τις κατηγορίες «Λευκή Αδελφότητα» και «Μαύρη Αδελφότητα» που επίσης αναλύω ενδελεχώς στο ίδιο βιβλίο: οι τέσσερεις κύριες συνιστώσες των πολιτικών ελίτ που παρατίθενται στον ακόλουθο πίνακα, άλλοτε συμπράττουν μεταξύ τους και άλλοτε ανταγωνίζονται μεταξύ τους για την επικράτηση στις αρένες της πολιτικής και της οικονομικής εξουσίας, αλλά πάντοτε χαρακτηρίζονται από νοοτροπίες ακραίας ιδιοτέλειας και καρτελισμού:

 

Φιλελεύθεροι Διεθνιστές

 

Φιλελεύθεροι Εθνικιστές,

ή Συντηρητικοί

Βατικανό – Πανευρωπαϊστές

 

Σιωνιστές

 

Σε αυτή τη συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου, πρωταγωνιστούν τραπεζικοί και χρηματιστηριακοί παράγοντες, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης, Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις, η CIA και το υπουργείο Εξωτερικών (State Department) των Η.Π.Α. Από πλευράς καπιταλιστικών ελίτ, κυριαρχούν οι έμποροι του χρήματος.

Η κυρίαρχη άποψη αυτής της πολιτικής συνιστώσας είναι η επιβολή ενός παγκόσμιου πολιτικού μονολόγου στο όνομα της φιλελεύθερης ιδεολογίας, προκειμένου μια υπερεθνική καπιταλιστική ολιγαρχία (και όχι βεβαίως ένα γνήσιο σύστημα ελεύθερης αγοράς) να επιβληθεί παγκοσμίως.

Αυτή η συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου ελέγχει διάφορες οργανώσεις «ελεγχόμενης αντιπολίτευσης» και χειραγωγούμενου «ριζοσπαστισμού», όπως: διάφορες οργανώσεις που αυτοπροσδιορίζονται ως οργανώσεις «προοδευτικών» και της «Νέας Αριστεράς», διάφορες οργανώσεις και δεξαμενές σκέψης της συγκεκριμένης φιλελεύθερης φράξιας της CIA, καθώς και το κίνημα Antifa.

Σε αυτή τη συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου, πρωταγωνιστούν η CIA, το υπουργείο Άμυνας (Department of Defense) των Η.Π.Α., λίγοι επίλεκτοι τραπεζικοί και χρηματιστηριακοί παράγοντες, Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης και Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις. Από πλευράς καπιταλιστικών ελίτ, κυριαρχούν οι έμποροι όπλων και, γενικώς, οι έμποροι και οι γραφειοκράτες της βιομηχανίας του πολέμου.

Η κυρίαρχη άποψη αυτής της πολιτικής συνιστώσας είναι ο νεοσυντηρητισμός. Οι νεοσυντηρητικοί (μεταξύ των οποίων πρωταγωνίστησαν δεξιόστροφοι Αμερικανοεβραίοι διανοούμενοι, πολλοί από τους οποίους προέρχονταν από μια ομάδα φιλελεύθερων και τροτσκιστών η οποία είναι γνωστή ως οι Εβραίοι διανοούμενοι της Νέας Υόρκης της γενεάς του 1930) έχουν συνθέσει την τροτσκιστική αρχή της συνεχούς επανάστασης με την πολιτική σκέψη του Γερμανοαυστριακού φιλοσόφου Λέο Στράους και με φονταμενταλιστικές αμερικανικές ευαγγελικές οργανώσεις, μετατρέποντας την ιδέα του Τρότσκι για συνεχή επανάσταση σε μια ιδέα για συνεχή ιμπεριαλιστικό πόλεμο προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος των Η.Π.Α. και μιας δεξιόστροφης σιωνιστικής ομάδας συμφερόντων η οποία εδρεύει και δρα τόσο στις Η.Π.Α. όσο και στο Κράτος του Ισραήλ.

Αυτή η συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου ελέγχει διάφορες οργανώσεις «ελεγχόμενης αντιπολίτευσης» και χειραγωγούμενου «ριζοσπαστισμού», όπως διάφορες οργανώσεις παλαιοδεξιών, θρησκευόμενης Δεξιάς, «Νέας Δεξιάς» («New Right») και της λεγόμενης «Εναλλακτικής Δεξιάς» («Alt Right»). Επίσης, αυτή η συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου προωθεί και χειραγωγεί τον «Νεοναϊτισμό», καθώς, μέσω διαφόρων «Ταγμάτων» σύγχρονων Ναϊτών Ιπποτών (είτε στο πλαίσιο του Τεκτονισμού είτε ανεξαρτήτως του Τεκτονισμού), προωθεί μια μιλιταριστική κουλτούρα και νοοτροπία καθώς και τη νεοσυντηρητική ιδεολογία περί «πολέμου των πολιτισμών».

Σε αυτή τη συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου, πρωταγωνιστούν το ρωμαιοκαθολικό Τάγμα Opus Dei, το ρωμαιοκαθολικό Τάγμα των Ιπποτών της Μάλτας και παράγοντες των ρωμαιοκαθολικών ελίτ της Ευρωπαϊκής Ένωσης (παραδειγματικοί εκπρόσωποι είναι οι Αψβούργοι), οι οποίοι οραματίζονται μια μοντέρνα ανασύσταση της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους.

Ο Οίκος των Αψβούργων (House of Habsburg), γνωστός και ως ο Οίκος της Αυστρίας, κατείχε τον θρόνο της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του γερμανικού έθνους από το 1438 έως το 1740, και από αυτόν τον οίκο προήλθαν τα βασίλεια της Βοημίας, της Ουγγαρίας, της Κροατίας, της Γαλικίας, της Πορτογαλίας και της Ισπανίας. Ο Οίκος των Αψβούργων έχει μακρά παράδοση στο να χρησιμοποιεί Εβραίους τραπεζίτες για τη διαχείριση των επιχειρηματικών συμφερόντων του, διεκδικεί την ιδιοκτησία ενός σημαντικού τμήματος του Κράτους του Ισραήλ (από την εποχή των Σταυροφοριών), έχει στενούς δεσμούς με τη βασιλική οικογένεια του Λιχτενστάιν, και διαδραματίζει πολύ ισχυρό ρόλο στο παπικό Τάγμα των Ιπποτών της Μάλτας. Πολλοί σιωνιστές τραπεζίτες υπηρετούν τα συμφέροντα της οικογένειας των Αψβούργων (ιδίως οι Ελβετοί Ρόθτσαϊλντ ανήκουν στους αυλικούς των Αψβούργων). Ο Ότο φον Χάμπσμπουργκ (1912–2011), ο μεγαλύτερος υιός του τελευταίου αυτοκράτορα της Αυστροουγγαρίας και αρχηγός του Οίκου Αψβούργων-Λορένης (Habsburg-Lorraine), διετέλεσε ευρωβουλευτής εκπροσωπώντας το κόμμα Χριστιανική Κοινωνική Ένωση της Βαυαρίας (CSU) κατά το χρονικό διάστημα 1979–99, προώθησε συστηματικά το σχέδιο της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και διετέλεσε πρόεδρος του κινήματος Διεθνής Πανευρωπαϊκή Ένωση (International Paneuropean Union) από το 1973 έως το 2004.

 

Σε αυτή τη συνιστώσα του πολιτικού κατεστημένου, πρωταγωνιστούν οι δεξιόστροφοι εθνικιστικοί παράγοντες του πολιτικού συστήματος του Κράτους του Ισραήλ και διάφορες εθνικιστικές ιουδαϊκές κοινότητες.

Οι παράγοντες των εβραϊκών ελίτ που συνδέονται με το Χόλιγουντ και, γενικώς, με τη βιομηχανία του θεάματος, ως επί το πλείστον, είναι διεθνιστές και δεν ανήκουν στο «ορθόδοξο», δεξιόστροφο σιωνιστικό κίνημα του Κράτους του Ισραήλ.

 

Από αριστερά προς δεξιά: ο τότε Κινέζος πρόεδρος Ζιάνγκ Ζεμίν, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α. Χένρι Κίσιντζερ (εμβληματικός εκπρόσωπος της συντηρητικής αμερικανικής φράξιας) και ο Ντέιβιντ Ροκφέλερ (πρώην διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας Chase Bank και της πετρελαϊκής εταιρείας Standard Oil, από την οποία, μεταξύ άλλων, προήλθε η ExxonMobil· εμβληματικός εκπρόσωπος της διεθνιστικής-φιλελεύθερης αμερικανικής φράξιας) σε συνάντηση στρατηγικής συνεννόησης (καρτελικής υφής) μεταξύ τους που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 1995 στην Asia Society στη Νέα Υόρκη.

Δια-φραξιακός καρτελισμός: ο νεοφιλελεύθερος Ντέιβιντ Ροκφέλερ (εμβληματικός εκπρόσωπος της διεθνιστικής-φιλελεύθερης φράξιας) και ο φασίστας Βέλγος βαρόνος Benoît de Bonvoisin (διαβόητος ακροδεξιός ακτιβιστής και εκδότης του περιοδικού Nouvelle Europe Magazine· ο πατέρας του, ο βαρόνος Pierre de Bonvoisin ήταν πρόεδρος της τράπεζας Société Générale και του ασφαλιστικού ομίλου AG και ιδρυτικό μέλος της Ομάδας Μπίλντερμπεργκ).

Δεν χωρεί αμφιβολία ότι, ιδίως στις δεκαετίες του 1980, του 1990 και του 2000, οι προαναφερθέντες φιλελεύθεροι διεθνιστές ακολούθησαν μια πολιτική η οποία προκάλεσε ακραία φαινόμενα χρηματοοικονομικής κερδοσκοπίας και χρηματοοικονομικής διαφθοράς (αντικαθιστώντας την ιδεολογία της ελεύθερης αγοράς με ένα σύστημα φιλελεύθερης ολιγαρχίας), και οι προαναφερθέντες εθνικιστές φιλελεύθεροι-συντηρητικοί ακολούθησαν μια πολιτική η οποία οδήγησε στην υπερτροφική ανάπτυξη του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και στη συστηματική χρήση του πολέμου ως εργαλείου εξωτερικής πολιτικής. Εξ αιτίας αυτών των ακραίων και καταστροφικών επιλογών τόσο της διεθνιστικής φιλελεύθερης φράξιας όσο και της εθνικιστικής φιλελεύθερης-συντηρητικής φράξιας προκλήθηκαν σοβαρά προβλήματα στο πολιτικό και οικονομικό σύστημα των Η.Π.Α. καθώς και διεθνές πολιτικό και οικονομικό χάος, όπως έγινε φανερό από την παγκόσμια κρίση που άρχισε το 2008. Στην περίοδο του μεσοπολέμου (1918–39), οι αντίστοιχες άρχουσες ελίτ της Ευρώπης συμπεριφέρθηκαν με παρόμοιους τρόπους, προκαλώντας τη μεγάλη οικονομική ύφεση του 1929 και διάφορες διεθνείς συγκρούσεις, και, προκειμένου να αποφύγουν κοινωνικές εξεγέρσεις και την εκδήλωση φιλελεύθερων και κομμουνιστικών κινημάτων, οι άρχουσες ελίτ, σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες (με χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γερμανία), δημιούργησαν ένα δια-φραξιακό πολιτικό καρτέλ και ανέθεσαν σε, περιθωριακά έως τότε, ακροδεξιά-μιλιταριστικά στοιχεία (όπως ο Χίτλερ) πρωταγωνιστικούς, ακόμη και ηγετικούς, πολιτικούς ρόλους με σκοπό να εξασφαλίσουν την ενότητα και την ισχύ του κράτους και να ενσωματώσουν και να διαχειριστούν τις δυσαρεστημένες λαϊκές μάζες μέσα στο πλαίσιο του ιδρυμένου συστήματος εξουσίας.

Ακολουθώντας το παράδειγμα των ευρωπαϊκών αρχουσών ελίτ του μεσοπολέμου για τη διαχείριση παρόμοιων καταστάσεων, οι προαναφερθείσες φράξιες του δυτικού-ευρωατλαντικού κατεστημένου της δεκαετίας του 2010 δημιούργησαν ένα δια-φραξιακό πολιτικό καρτέλ βασισμένο σε μια σύνθεση μεταξύ νεοκρατισμού και νεοφιλελευθερισμού, και, γι’ αυτόν τον λόγο, στις Η.Π.Α., αυτό το καρτέλ νεοφιλελεύθερων-νεοκρατιστών ενεργοποίησε ένα παλαιό πολιτικό περιουσιακό στοιχείο του αμερικανικού «βαθέος κράτους», δηλαδή, τον Ντόναλντ Τραμπ, και του ανέθεσε τον ρόλο του προέδρου των Η.Π.Α. Οι δυνάμεις του κοινωνικού κατεστημένου και του ευρύτερου εκλογικού σώματος που δεν πείσθηκαν να υποστηρίξουν την άνοδο ενός βαθιά αντιπνευματικού (και αμφίβολης ψυχικής υγείας) προσώπου, συνεταίρου μαφιόζων, οργανωτή καλλιστείων και φασίζοντος προσώπου, όπως ο Τραμπ, στο αξίωμα του προέδρου των Η.Π.Α. αντιμετωπίζονται με μεθόδους πολιτικού τραμπουκισμού και με μέτρα δικτατορικής υφής, με πρόσχημα και δικαιολογίες την ανάγκη να τιθασευθεί το χρηματοοικονομικό σύστημα, να αντιμετωπιστούν βιολογικές απειλές (όπως ο κορωνοϊός) και να διευθετηθούν μεγάλες διεθνείς κρίσεις. Εξ ου και οι προπαγανδιστικοί μηχανισμοί του αμερικανικού βαθέος κράτος που συντάσσονται με τη «λύση Τραμπ» διαχέουν μια ρητορική σύμφωνα με την οποία: ο Τραμπ δήθεν αγωνίζεται εναντίον των «κακών νεοφιλελεύθερων χρηματοοικονομικών ελίτ» (ενώ, την ίδια ώρα, ο Τραμπ εξυπηρετεί απροκαλύπτως το χρηματιστηριακό κεφάλαιο), ο Τραμπ δήθεν αγωνίζεται εναντίον ακόλαστων και σεξουαλικώς ασύδοτων μελών των ελίτ (ενώ ο ίδιος είναι αποδεδειγμένως ένας χυδαίος σεξιστής), ο Τραμπ δήθεν αγωνίζεται για την ηθικοποίηση του κοινωνικο-πολιτικού συστήματος των Η.Π.Α. (ενώ ο ίδιος είναι συνέταιρος μελών του οργανωμένου εγκλήματος), και οι λαϊκές μάζες δήθεν πρέπει να ζουν συσπειρωμένες και υπάκουες υπό την καθοδήγηση του «πεφωτισμένου» κρατικού ηγέτη και να μάθουν να ζουν λιτά και σεμνά για να εξαγνιστεί δήθεν ο κόσμος και να σωθεί η «κρατική πατρίδα» (στο υπό έκδοση βιβλίο μου Εγχειρίδιο Διδασκάλων, που θα εκδοθεί από τις Εκδόσεις Νέα Διάσταση, παραθέτω μια οργανωμένη τεκμηρίωση αναφορικώς με την ταυτότητα, τον ρόλο και τις συνεργασίες του Τραμπ).

 

 

 

 

 

 

 

 

Από αριστερά προς δεξιά: στην πρώτη φωτογραφία, ένθερμος εναγκαλισμός του τότε επιχειρηματία και σόουμαν και νυν προέδρου των Η.Π.Α. Ντόναλντ Τραμπ με τον πρώην πρόεδρο των Η.Π.Α. Ρίτσαρντ Νίξον το 1989 στο Χιούστον, σε δεξίωση προς τιμήν της Νέλι Κόναλι, και, στη δεύτερη φωτογραφία, επιστολή του Νίξον προς τον Τραμπ με ημερομηνία 21 Δεκεμβρίου 1987 στην οποία ο Νίξον κολακεύει τον Τραμπ και του γράφει το εξής: «Αγαπητέ Ντόναλντ, . . . η κυρία Νίξον μού είπε ότι ήσουν υπέροχος στο σόου Donahue. Όπως μπορείς να φανταστείς, είναι ειδική στην πολιτική και προβλέπει ότι οποτεδήποτε αποφασίσεις να θέσεις υποψηφιότητα για το αξίωμα [του προέδρου των Η.Π.Α.] θα είσαι νικητής!».

Κύριες Ρωσικές Ομάδες Εξουσίας

Η νεωτερική Ρωσία, τόσο στην περίοδο του τσαρικού καθεστώτος του δεκάτου ενάτου αιώνα, όσο και στην περίοδο του σοβιετικού καθεστώτος του εικοστού αιώνα, όσο και στην περίοδο των μετασοβιετικών κυβερνήσεων των τελών του εικοστού αιώνα και των αρχών του εικοστού πρώτου αιώνα ποτέ δεν κατόρθωσε να είναι κάτι περισσότερο από ένα κακέκτυπο δυτικών πολιτικών συστημάτων και ιδεολογιών (όπως ο απολυταρχικός αυτοκρατορικός κρατισμός, ο Μαρξισμός, ο κρατικός καπιταλισμός, ο καπιταλισμός των διαπλεκόμενων συμφερόντων κ.ο.κ.) συνδυασμένων με τοπικές ρωσικές δεισιδαιμονίες και προκαταλήψεις. Εξ ου και, λ.χ., οι γνωστές και εμβριθείς κριτικές επισημάνσεις και προειδοποιήσεις του Ντοστογιέφσκι (στον δέκατο ένατο αιώνα), του Μπακούνιν (στον δέκατο ένατο αιώνα) και του Σολζενίτσιν (στον εικοστό αιώνα) εναντίον των ρωσικών ελίτ. Οι άρχουσες ελίτ της μετασοβιετικής Ρωσίας, ιδίως υπό το καθεστώς Πούτιν, είναι οργανωμένες (κατά τα δυτικά πρότυπα) σε δεξαμενές σκέψεις και σε επιχειρηματικούς ομίλους. Οι δύο σημαντικότερες και ισχυρότερες καθεστωτικές δεξαμενές σκέψης και λέσχες ισχύος της μετασοβιετικής Ρωσίας, οι οποίες αποτελούν πολύ χρήσιμες ομάδες για τη χαρτογράφηση και την ανάλυση του ρωσικού κοινωνικού κατεστημένου, είναι η Ρωσική Γεωγραφική Εταιρεία και το Κρατικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας.

Ρωσική Γεωγραφική Εταιρεία (ιδρυθείσα το 1845): αποτελεί τη σημαντικότερη δεξαμενή σκέψης και λέσχη ισχύος του ρωσικού υπουργείου Άμυνας. Το συμβούλιο των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας συγκροτήθηκε το 2010 υπό την προεδρία του Ρώσου υπουργού Άμυνας Σεργκέι Σοϊγκού, και σήμερα αποτελείται από τα εξής πρόσωπα (αναφέρω πρώτα το επώνυμο και μετά το όνομα): Πούτιν Βλαντίμιρ (πρόεδρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας και προεδρεύων του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Σοϊγκού Σεργκέι (υπουργός Άμυνας της Ρωσικής Ομοσπονδίας και πρόεδρος της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Abramov Alexander Grigoryevich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας χάλυβα και ορυχείων EVRAZ plc), Aven Pyotr Olegovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της ρωσο-σιωνιστικής τράπεζας Alfa Bank και επισκέπτης καθηγητής στα πανεπιστήμια Yale των Η.Π.Α., BarElan του Ισραήλ, και της Γλασκόβης· ένα από τα στελέχη της Alfa Bank είναι ο Richard Burt, ο οποίος είναι συγχρόνως στέλεχος τόσο της συμβουλευτικής εταιρείας Kissinger McLarty and Associates, την οποία διευθύνει ο πρώην υπουργός Εξωτερικών των Η.Π.Α. Χένρι Κίσιντζερ, όσο και της γερμανικής τράπεζας Deutsche Bank), Alekperov Vagit Yusufovich (πρόεδρος της εταιρείας πετρελαίου και φυσικού αερίου LUKOIL), Αλβέρτος Β´ Πρίγκιπας του Πριγκιπάτου του Μονακό, Belozerov Oleg Valentinovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου των Ρωσικών Σιδηροδρόμων), Bokarev Andrey Removich (πρόεδρος της εταιρείας κατασκευής σιδηροδρόμων Transmashholding), Vayno Anton Eduardovich (επικεφαλής του γραφείου του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, διπλωμάτης, ειδικός στις ασιατικές υποθέσεις), Vekselberg Viktor Felixovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του επιχειρηματικού ομίλου Renova και του ιδρύματος οικονομικών μελετών Skolkovo), Vorobyev Yuri Leonidovich (αντιπρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Galchev Filaret Ilyich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της τσιμεντοβιομηχανίας EUROCEMENT Group Holding), Gref Herman Oskarovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της τραπεζικής και χρηματιστηριακής εταιρείας Sberbank), Gromov Alexey Alexeevich (πρώτος αναπληρωτής προϊστάμενος του γραφείου του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, μέλος της Εθνικής Αντιτρομοκρατικής Επιτροπής της Ρωσικής Ομοσπονδίας και ειδικός στις «μαύρες επιχειρήσεις» των ρωσικών μυστικών υπηρεσιών), Dudley Robert Warren (Βρετανός πρώην πρόεδρος του ομίλου πετρελαίου και φυσικού αερίου BP, πρόεδρος του διεθνούς βιομηχανικού συνδέσμου Oil and Gas Climate Initiative), Deripaska Oleg Vladimirovich (ένας από τους γνωστότερους ολιγάρχες που λειτουργούν ως σύνδεσμοι μεταξύ του ρωσικού «βαθέος κράτους» και του εγχώριου και διεθνούς οργανωμένου εγκλήματος, πρόεδρος του φιλανθρωπικού ιδρύματος Volnoe Delo και συνέταιρος του άγγλου τραπεζίτη Ναθάνιελ Ρόθτσαϊλντ του γνωστού τραπεζικού οίκου Rothschild), Dyukov Alexander Valeryevich (γενικός διευθυντής της εταιρείας φυσικού αερίου Gazprom Neft), Evtushenkov Vladimir Petrovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της τηλεπικοινωνιακής εταιρείας Sistema), Ivanov Sergei Borisovich (ειδικός εκπρόσωπος του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας για υποθέσεις οικολογίας, περιβάλλοντος και μεταφορών, και πρόεδρος του απωανατολικού μη-κερδοσκοπικού οργανισμού προστασίας της λεοπάρδαλης), Kostin Andrey Leonidovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας VTB Bank), Λαβρόφ Σεργκέι (υπουργός Εξωτερικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Ma Jack (Κινέζος ιδρυτής του Jack Ma Foundation, συνιδρυτής της κινεζικής πολυεθνικής εταιρείας τεχνολογίας και ηλεκτρονικού εμπορίου Alibaba και υποστηρικτής πρωτοβουλιών του Ο.Η.Ε. για τη βιώσιμη ανάπτυξη), Matviyenko Valentina Ivanovna (η πρόεδρος του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου του Ομοσπονδιακού Κοινοβουλίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Miller Alexey Borisovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας φυσικού αερίου Gazprom), Potanin Vladimir Olegovich (πρόεδρος της εταιρείας εξόρυξης, μεταποίησης και εμπορίου νικελίου, πλατίνας και χαλκού Norilsk Nickel), Paulsen Frederik Dag Arfst (Σουηδός δισεκατομμυριούχος, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της βιοφαρμακευτικής εταιρείας Ferring Pharmaceuticals), Saveliev Vitaly Gennadievich (γενικός διευθυντής των Ρωσικών Αερογραμμών – Aeroflot), Sadovnichiy  Viktor Antonovich (πρύτανης του Κρατικού Πανεπιστημίου Λομονόσοφ της Μόσχας), Sechin Igor Ivanovich (πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας πετρελαίου και φυσικού αερίου NK Rosneft), Sobyanin Sergei Semenovich (δήμαρχος της Μόσχας), Timchenko Gennady Nikolayevich (ιδρυτής και ιδιοκτήτης του επενδυτικού ομίλου Volga Group, που ασχολείται με επενδύσεις στην ενέργεια, στις μεταφορές και στις υποδομές, και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του οργανισμού Novatek για την προστασία του φυσικού περιβάλλοντος του Βορρά), Tokarev Nikolai Petrovich (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Transneft, που ασχολείται με τη μεταφορά πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων μέσω αγωγών), Usmanov Alisher Burkhanovich (κύριος μέτοχος της ρωσικής εταιρείας ορυχείων και μεταλλουργίας Metalloinvest και πρόεδρος της Διεθνούς Ομοσπονδίας Ξιφασκίας), Khudaverdyan Tigran Oganesovich (αναπληρωτής διευθύνων σύμβουλος της ρωσικής πολυεθνικής τεχνολογικής εταιρείας Yandex), Chemezov Sergey Viktorovich (γενικός διευθυντής του κρατικού επιχειρηματικού ομίλου εξοπλισμών Rostekhnologii, ορισμένα από τα διασημότερα οπλικά συστήματα του οποίου είναι οι πύραυλοι S-300, S-400 και S-500), Chuychenko Konstantin Anatolyevich (υπουργός Δικαιοσύνης της Ρωσικής Ομοσπονδίας, δικηγόρος, επιχειρηματίας και πρόεδρος του μη-κερδοσκοπικού οργανισμού για την προστασία και μελέτη των σιβηρικών τίγρεων, διετέλεσε στέλεχος της σοβιετικής μυστικής υπηρεσίας KGB), και Shulginov Nikolai Grigorievich (πρόεδρος και γενικός διευθυντής της ρωσικής υδροηλεκτρικής εταιρείας RusHydro).

Κρατικό Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας (MGIMO, ιδρυθέν το 1944): αποτελεί τη σημαντικότερη δεξαμενή σκέψης και λέσχη ισχύος του ρωσικού υπουργείου Εξωτερικών, και λειτουργεί επίσης ως διπλωματική ακαδημία (πανεπιστημιακό ίδρυμα). Το συμβούλιο των θεματοφυλάκων του Κρατικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας (MGIMO) συγκροτήθηκε το 2006 υπό την προεδρία του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, και σήμερα αποτελείται από τα εξής πρόσωπα (αναφέρω πρώτα το επώνυμο και μετά το όνομα): Λαβρόφ Σεργκέι (ο οποίος, όπως προανέφερα, είναι μέλος και του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Usmanov Alisher (ο οποίος, όπως προανέφερα, είναι μέλος και του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Potanin Vladimir (ο οποίος, όπως προανέφερα, είναι μέλος και του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Agalarov Aras (Αζερορώσος σιίτης δισεκατομμυριούχος πρόεδρος του επιχειρηματικού ομίλου Crocus, ο οποίος δραστηριοποιείται στους κλάδους των κατασκευών, της αξιοποίησης γης και των εμπορικών και εκθεσιακών κέντρων), Akimov Andrey (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της τράπεζας Gazprombank και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του προαναφερθέντος οργανισμού Novatek), Artemyev Igor (επικεφαλής της Ρωσικής Ομοσπονδιακής Αντιμονοπωλιακής Υπηρεσίας), Bazhaev Musa (Ρωσοτσετσένος μεγιστάνας στους κλάδους του πετρελαίου και των κραμάτων του παλλαδίου, πρόεδρος του ομίλου Alliance και της εταιρείας Russian Platinum), Belozerov Oleg (ο οποίος, όπως προανέφερα, είναι μέλος και του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Vorobyov Andrey (κυβερνήτης της περιφέρειας της Μόσχας), Gruzdev Vladimir (πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου της Ρωσίας), Dmitriev Vladimir (αντιπρόεδρος του Επιμελητηρίου Εμπορίου και Βιομηχανίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Drachevsky Leonid (διευθύνων σύμβουλος του Ταμείου Δημόσιας Διπλωματίας Alexander Gorchakov), Epifanof Andrey (αντιπρόεδρος της εταιρείας International Potassium Company), Ivanov Andrey (επικεφαλής του δήμου Odintsovo), Karapetyan Samvel (δισεκατομμυριούχος ιδιοκτήτης της εταιρείας ακινήτων Tashir), Katsiev Sergey (πρόεδρος της εταιρείας καπνού Megapolis), Kerimov Suleyman (δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, μέλος της επιτροπής του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου για τους κανόνες λειτουργίας του πολιτεύματος και την κοινοβουλευτική διακυβέρνηση), Kesaev Igor (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της JSC Trade Company MEGAPOLIS και πρόεδρος του επιχειρηματικού ομίλου Mercury), Kozitsin Andrei (διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας συμμετοχών UMMC-Holding LLC), Konov Dmitry (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας συμμετοχών PJSC SIBUR Holding), Korobkov Dmitry (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του επιχειρηματικού ομίλου ADV Marketing Communications Group), Kosachev Konstantin (πρόεδρος της επιτροπής εξωτερικών υποθέσεων του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου), Kostin Andrey (ο οποίος, όπως προανέφερα, είναι μέλος και του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Kravtsov Sergey (υπουργός Παιδείας της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Krasnyansky Georgy (πρόεδρος της ρωσικής οργανωτικής επιτροπής του Παγκόσμιου Κονγκρέσου της Βιομηχανίας Εξόρυξης, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του επιχειρηματικού ομίλου KARAKAN INVEST LLC), Kuzovlev Mikhail (πρώτος αντιπρόεδρος της Κρατικής Αναπτυξιακής Εταιρείας VEB.RF), Lomakin Anatoly (πρόεδρος της εταιρείας JSC International Potash Company), Margelov Mikhail (αντιπρόεδρος της εταιρείας Transneft), Medinsky Vladimir (βοηθός του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Ostrovskiy Alexey (κυβερνήτης της περιφέρειας Smolensk), Paranyants Robert (επικεφαλής της εταιρείας συμμετοχών Slavyansk ECO holding company, μέλος του νομοθετικού σώματος της περιφέρειας Krasnodar), Patrushev Dmitry (υπουργός Αγροτικών Υποθέσεων της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Paulsen Frederik (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του βιοφαρμακευτικού επιχειρηματικού ομίλου Ferring Pharmaceuticals, επίτιμος πρόξενος της Ρωσικής Ομοσπονδίας στη Λοζάνη), Prikhodko Sergey (βοηθός του πρωθυπουργού της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Pushkov Alexey (μέλος της επιτροπής συνταγματικού δικαίου και κρατικών κτηρίων του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου), Remchukov Konstantin (διευθύνων σύμβουλος και διευθυντής έκδοσης της Nezavisimaya Gazeta), Sarkisov Sergey (πρόεδρος της ασφαλιστικής εταιρείας RESO Garantia), Sechin Igor (ο οποίος, όπως προανέφερα, είναι μέλος και του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Sokol Sergey (πρόεδρος της περιφέρειας Irkutsk), Storchak Sergey (αναπληρωτής υπουργός Οικονομικών της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Titov Boris (επίτροπος προστασίας των δικαιωμάτων των επιχειρηματιών στο γραφείο του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας, πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου του πανρωσικού δημόσιου οργανισμού Business Russia), Torkunov Anatoly (πρύτανης του Πανεπιστημίου MGIMO, τακτικό μέλος της Ρωσικής Ακαδημίας Επιστημών), Ushakov Yuri (βοηθός του προέδρου της Ρωσικής Ομοσπονδίας), Khamchiev Belan (μέλος της επιτροπής αγροτικής πολιτικής, πολιτικής τροφίμων και διαχείρισης φυσικών πόρων του Ομοσπονδιακού Συμβουλίου), Chemezov Sergey (ο οποίος, όπως προανέφερα, είναι μέλος και του συμβουλίου των θεματοφυλάκων της Ρωσικής Γεωγραφικής Εταιρείας), Chigirinsky Alexander (μέτοχος στην εταιρεία Snegiri Development), Shamara Yury (πρόεδρος του διυλιστηρίου Ilsky Oil Refinery), Chodiev Patokh (μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ευρασιατικής Τράπεζας, συνιδιοκτήτης της Ευρασιατικής Εταιρείας Φυσικών Πόρων ENRC PLC και της εταιρείας International Mineral Resources), Yunaev Avsholum (πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας Gazprom Avtomatizatsiya) και Yakunin Vladimir (δισεκατομμυριούχος επιχειρηματίας, πολιτειολόγος, επικεφαλής του Τμήματος Κρατικής Πολιτικής του Κρατικού Πανεπιστημίου της Μόσχας).

Οι σημαντικότεροι και πολιτικώς ισχυρότεροι επιχειρηματικοί όμιλοι στη Ρωσική Ομοσπονδία είναι οι εξής:

  • Aeroflot – Ρωσικές Αερογραμμές,
  • Alfa Group (ρωσο-σιωνιστική τράπεζα),
  • Bank Menatep/Group Menatep Limited (έχει υπό τον έλεγχό της την εταιρεία Yukos),
  • Gazprom,
  • RAO UES,
  • Rosneft,
  • Norilsk Nickel,
  • Far West Ltd (σύνδεσμος μεταξύ της μυστικής υπηρεσίας των ρωσικών Ενόπλων Δυνάμεων, δηλαδή, της GRU, εγχώριων και διεθνών μαφιών, μελών του σαουδαραβικού κατεστημένου, και δυτικών συμφερόντων, καθώς, μεταξύ των μετόχων της Far West Ltd, περιλαμβάνονται η αμερικανική κατασκευαστική εταιρεία KBR-Halliburton και η εταιρεία Diligence LLC, η οποία, το 2007, εξαγοράστηκε από τη χρηματοοικονομική εταιρεία των Ρόθτσαϊλντ JNR UK Ltd),
  • Almaz-Antey (εταιρεία οπλικών συστημάτων άμεσα ελεγχόμενη από τον Πούτιν),
  • NPO Mashinostroyenia (μεταξύ άλλων, παράγει πυραύλους),
  • United Aircraft Corporation, και
  • Rusano (επιχειρηματικός όμιλος ενέργειας, έρευνας και τεχνολογίας άμεσα ελεγχόμενος από τον Πούτιν).

Συμβούλιο των θεματοφυλάκων του Κρατικού Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων της Μόσχας (MGIMO) υπό την προεδρία του Λαβρόφ.

Η Ανάγκη ενός Νέου Ερευνητικού Προγράμματος

Διακόσια έτη μετά από το Συνέδριο της Βιέννης του 1815, οι τρεις νέοι, σύγχρονοι μεγάλοι εκπρόσωποι του κρατισμού και του αυταρχισμού, δηλαδή, ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν (σαν άλλος Τσάρος Αλέξανδρος Α´ της Ρωσίας), ο Αμερικανός πρόεδρος Τραμπ (σαν άλλος Αυτοκράτορας Φραγκίσκος Α´ της Αυστρίας) και ο Κινέζος πρόεδρος Σιν Τζινπίνγκ (σαν άλλος Βασιλέας Φρειδερίκος Γουλιέλμος Γ´ της Πρωσίας), επιτιθέμενοι εναντίον του νεοναπολεοντισμού ορισμένων παραγόντων των διεθνιστικών-φιλελεύθερων ελίτ (όπως, λ.χ., ο Τζορτζ Σόρος), επιδιώκουν να εγκαθιδρύσουν μια νέα, επικαιροποιημένη εκδοχή της Ιερής Συμμαχίας του 1815, δηλαδή, στο όνομα της αποτροπής ενός νεοφιλελεύθερου επιχειρηματικού νεοναπολεοντισμού, και εκμεταλλευόμενοι τα θύματα, τις δυσαρέσκειες και τις φοβίες που προκάλεσε η παγκοσμιοποίηση στις δεκαετίες του 1990 και του 2000, επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν και να αντικαταστήσουν τη μυθολογία του καταναλωτισμού και του καπιταλιστικού διεθνισμού με τη μυθολογία του κρατισμού και του εθνικού καπιταλισμού. Το τι επέφερε η Ιερή Συμμαχία του 1815 είναι γνωστό. Χρειάστηκαν τα μεγάλα επαναστατικά και τρομοκρατικά κινήματα του δεκάτου ενάτου αιώνα και οι μεγάλοι πόλεμοι του δεκάτου ενάτου αιώνα και του εικοστού αιώνα προκειμένου να απαλλαγεί η ανθρωπότητα από το τερατώδες καθεστώς της Ιερής Συμμαχίας. Ο κορωνοϊός λειτουργεί ως ένας καταλύτης για τη διευκόλυνση και την επιτάχυνση του σχεδίου επιβολής μιας επικαιροποιημένης εκδοχής της Ιερής Συμμαχίας του 1815 και συγχρόνως ενθαρρύνει τους απανταχού ακραίους συντηρητικούς κύκλους (υπο-κρατικούς και υπερ-κρατικούς) να προωθήσουν μια μεγάλη αλλαγή των κοινωνιών διεθνώς σύμφωνα με τα δικά τους επιμέρους σχέδια.

Αναμφιβόλως, οι δυνάμεις που επιδιώκουν την επιβολή μιας σύγχρονης, επικαιροποιημένης μορφής Ιερής Συμμαχίας, όπως ο Τραμπ, ο Πούτιν, ο Σιν Τζινπίνγκ κ.ά., έχουν εσωτερικές συγκρούσεις και αντιφάσεις μεταξύ τους, όπως ακριβώς συνέβαινε και μεταξύ των δυνάμεων που συγκρότησαν την Ιερή Συμμαχία του 1815. Εξ ου και ούτε η διεθνής τάξη πραγμάτων που διαμορφώθηκε στο Συνέδριο της Βιέννης του 1815 ούτε η βοήθεια που η Ρωσία παρείχε στις δυτικοευρωπαϊκές απολυταρχίες για να συντρίψουν τις Επαναστάσεις του 1848 εμπόδισε την έκρηξη του Κριμαϊκού Πολέμου (1853–56). Επίσης, οι υπο-κρατικές ακραίες συντηρητικές φράξιες που λειτουργούν μέσα στα μεγάλα κρατικά συστήματα της Κίνας, της Ρωσίας και των Η.Π.Α., δηλαδή, φράξιες που αποτελούν ευθέως συνεχιστές του ναζισμού (ειδικώς της αποκρυφιστικής γεωπολιτικής των Ες-Ες), ή/και του σκληροπυρηνικού Μαοϊσμού, ή/και του Σταλινισμού, εκτός από το ότι διεκπεραιώνουν «μαύρες» κρατικές εργολαβίες, παίζουν και ένα εν μέρει δικό τους, ξεχωριστό παίγνιο, καθώς, γι’ αυτές τις ακραίες συντηρητικές φράξιες, η επιβολή μιας επικαιροποιημένης μορφής Ιερής Συμμαχίας δεν είναι αρκετή, αλλά οραματίζονται πολύ πιο ακραία σχέδια ολοκληρωτικού ελέγχου της ανθρωπότητας και εμφορούνται από αποκαλυπτικά οράματα.

Η ανθρωπότητα πρέπει να απελευθερωθεί από το δίλημμα της επιλογής μεταξύ δύο κακών και να επιλέξει το καθαρό αγαθό, ώστε να μην επαναλάβει την ιστορία με άλλους, πολύ χειρότερους, τρόπους (καθώς, σήμερα, οι εκπρόσωποι της σύγχρονης «Ιερής Συμμαχίας» διαθέτουν πολύ ισχυρότερα θεσμικά και τεχνολογικά μέσα από ό,τι οι προπάτορές τους στην Ιερή Συμμαχία του 1815). Ένα αισιόδοξο ιστορικό στοιχείο είναι ότι σήμερα πολλοί άνθρωποι είναι παγκοσμίως πολιτικώς αφυπνισμένοι και ικανοί να δημιουργούν παγκόσμια δίκτυα και να διεξάγουν δικτυακούς πολέμους (o δικτυακός πόλεμος (netwar) υπερβαίνει κατά πολύ την έννοια του διαδικτύου, όπως έχω εξηγήσει στο άρθρο μου «Intelligence and the Pursuit of Security Goals», το οποίο δημοσιεύθηκε το 1999, στο ακόλουθο λινκ της ιστοσελίδας του ινστιτούτου ΕΛΙΑΜΕΠ: http://www.eliamep.gr/wp-content/uploads/en/2008/10/op9907.pdf).

Το θεμελιώδες σκεπτικό της ερευνητικής εργασίας μου γενικώς και της εργασίας μου ως προέδρου του Scholarly and Political Order of the Ur-Illuminati (που αποτελεί μια διεθνή φιλοσοφική και πολιτική αδελφότητα, ένα δίκτυο επιμέρους οργανώσεων και μια ιδιωτική αποκλειστική λέσχη πληροφοριών) ιδιαιτέρως μπορεί να συνοψιστεί ως μια προσπάθεια να αναδείξω και να διαυγάσω τη διαφορά μεταξύ του χρόνου και της αναζήτησης εκείνου που είναι ουσιαστικώς ευγενές και απόλυτο, δηλαδή, του αγαθού-καθ’ εαυτό. Με άλλα λόγια, υπερασπίζομαι την αιωνιότητα έναντι του χρόνου, υπερασπίζομαι το απόλυτο έναντι του σχετικού, υπερασπίζομαι αρχές και ιδέες έναντι πράξεων και αποτελεσμάτων, και υπερασπίζομαι το ηρωικό έναντι του πραγματιστικού. Η ουσία της Νεοτερικότητας καθώς και η ουσία του μεσαιωνικού ρασιοναλισμού, ο οποίος ήταν η μήτρα της Νεοτερικότητας, ταυτίζουν την πραγματικότητα με τον χρόνο και καλούν τους ανθρώπους να ζήσουν μέσα στους περιορισμούς και σύμφωνα με τη λογική της χρονικότητας. Συνεπώς, τόσο οι μεσαιωνικοί σχολαστικοί όσο και οι νεοτερικές εκκοσμικευμένες ελίτ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, λατρεύουν την ιστορία. Η  λατρεία της ιστορίας, υποδηλώνοντας και εκφράζοντας την απόφαση κάποιου να δώσει προτεραιότητα στο ιστορικό γίγνεσθαι έναντι της αιωνιότητας, εκδηλώνεται συνήθως μέσω του πραγματισμού, της καταξίωσης της καινοτομίας ως αυτοσκοπού και της καταξίωσης της δύναμης ανεξαρτήτως της σχέσης της με την αρετή. Η λατρεία της ιστορίας, μέσω του πραγματισμού και μέσω της αδιάκριτης καταξίωσης της καινοτομίας και της δύναμης, μπορεί να δημιουργήσει ιστορικώς αποτελεσματικά πρόσωπα και ιστορικώς αποτελεσματικούς θεσμούς, που να μπορούν να επιτύχουν την αυτοπραγμάτωσή τους και τη συσσώρευση ιστορικής δύναμης, αλλά ουσιαστικώς παγιδεύει την ανθρωπότητα σε μια κατάσταση βαρβαρότητας.

Με τον όρο «βαρβαρότητα», αναφέρομαι σε μια υπαρξιακή κατάσταση στην οποία το είναι και οι πράξεις κάποιου δεν είναι ενωμένες με έναν απόλυτο, υπερβατικό και, άρα, έσχατο σκοπό, και δεν καθοδηγούνται από έναν απόλυτο, υπερβατικό και, άρα, έσχατο σκοπό. Με άλλα λόγια, με τον όρο «βαρβαρότητα», αναφέρομαι στον διαχωρισμό μεταξύ ενός πράγματος ή μιας πράξης και της έσχατης σημασίας αυτού του πράγματος ή αυτής της πράξης. Η σημασία ενός πράγματος είναι κάτι στο οποίο το δεδομένο πράγμα αναφέρεται, και η σημασία ενός πράγματος υπερβαίνει το δεδομένο πράγμα και το καθοδηγεί «άνωθεν». Συνεπώς, η υπερβατική φύση της σημασίας των πραγμάτων σε αντιδιαστολή προς τα πράγματα καθ’ εαυτά κάνει τα πράγματα να έχουν νόημα. Αν ο σκοπός κάθε πράξης ήταν απλώς ένας πρακτικός στόχος, τότε καθετί στον κόσμο θα ήταν απλώς ένα μέσο για κάτι άλλο, το οποίο θα ήταν απλώς ένα μέσο για κάτι άλλο κ.ο.κ. Αν ο έσχατος σκοπός της πράξης είναι ένας πρακτικός στόχος, αντί να είναι ένας υπερβατικός στόχος (η τελειοποίηση του όντος), τότε επικρατούν ο μηδενισμός και ο θάνατος, και ο κόσμος είναι ουσιαστικώς ασήμαντος. Κατ’ αποτέλεσμα, ο τρόπος με τον οποίο έχω ορίσει τη «βαρβαρότητα» συνεπάγεται ότι η «βαρβαρότητα» είναι συνώνυμη με την «πνευματική ασημαντότητα», δηλαδή, με την έλλειψη μιας υπερβατικής αναφοράς ή ενός υπερβατικού σκοπού. Εξ ου και η αντίθεσή μου προς τον πραγματισμό (ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, είναι το ιδεολογικό υποκατάστατο των πολιτικάντηδων και το «φύλλο συκής» των μαφιών).

Από την προαναφερθείσα προοπτική μου, κάποιος μπορεί να είναι ιστορικώς αποτελεσματικός (π.χ., μπορεί να είναι πλούσιος, πολιτικώς ισχυρός, ακόμη μπορεί να είναι επίσκοπος, πατριάρχης, πάπας κ.ο.κ.) και, ωστόσο, να παραμένει πνευματικώς ασήμαντος, δηλαδή, βάρβαρος. Πράγματι, αυτή η υπαρξιακώς κρίσιμη αλλά διαλάθουσα εκδοχή της βαρβαρότητας, η οποία υφέρπει στη Νεοτερικότητα, είναι ο λόγος για τον οποίο ο πολιτισμός του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Βιομηχανικής Επανάστασης, με όλα του τα μεγάλα διανοητικά και υλικά επιτεύγματα, έχει γεννήσει δύο Παγκοσμίους Πολέμους, τα πιο ακραία φαινόμενα αυτάρεσκου μηδενισμού, τα πιο ακραία φαινόμενα ολοκληρωτισμού, και τις πιο τραγικώς εντυπωσιακές οικονομικές κρίσεις και καταρρεύσεις, και έχει φθάσει στο χείλος της αβύσσου της Μετανεοτερικότητας.

Έχοντας διαπιστώσει ότι, στο πλαίσιο της Νεοτερικότητας, υπάρχει μια τάση αντικατάστασης της φιλοσοφίας από τη ρητορική και τις ψυχολογικές επιχειρήσεις, η αλήθεια συστηματικώς υποτάσσεται στα ιδιοτελή συμφέροντα ιστορικών δρώντων, η ελευθερία εκφυλίζεται σε συμμόρφωση προς τα ένστικτα και τις ιστορικές αναγκαιότητες, και η πνευματική κοινωνία ως μια οντολογική προϋπόθεση του προσωπικού τρόπου ύπαρξης αντικαθίσταται από την κοινωνική μηχανική, και έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι καμία προσπάθεια δημιουργίας μιας παγκόσμιας τάξης πραγμάτων δεν μπορεί να είναι βιώσιμη αν δεν βασίζεται σε παγκόσμιες αξίες, οι οποίες να υπερβαίνουν, να καθοδηγούν και να δεσμεύουν κάθε επιμέρους μέλος της παγκόσμιας τάξης πραγμάτων, έχω διαμορφώσει ένα εναλλακτικό ερευνητικό πρόγραμμα πολιτισμού, ή τρόπου ύπαρξης, το οποίο έχω ονομάσει «ερευνητικό πρόγραμμα του βαθέος φωτισμού» («research program of ur-illuminism»). Με αυτό το ερευνητικό πρόγραμμα και με το αντίστοιχο διεθνές δίκτυο, το οποίο έχω ονομάσει Scholarly and Political Order of the Ur-Illuminati (SPOUI), προωθώ ένα πρότυπο μεταφυσικώς θεμελιωμένης, ελευθεριακής παγκοσμιότητας. Το επόμενο κύμα μιας παγκόσμιας ανθρωπιστικής επανάστασης πρέπει να έχει στιβαρή μεταφυσική θεμελίωση, ώστε να έχει τη δύναμη της αληθούς θρησκείας, δηλαδή, της θρησκείας της θεωμένης ανθρωπότητας. Η πολιτική είναι υπερβολικώς σοβαρή απόθεση για να την αφήσουμε, σε στρατηγικό επίπεδο, στα χέρια των πολιτικών και του κράτους.

© Scholarly and Political Order of the UrIlluminati (SPOUI): Διεθνής φιλοσοφική και πολιτική αδελφότητα, δίκτυο επιμέρους οργανώσεων και ιδιωτική αποκλειστική λέσχη πληροφοριών. Ως ο Πρόεδρος της SPOUI, ο Δρ. Νικόλαος Λάος εκφράζει την ευγνωμοσύνη του τόσο προς το διοικητικό επιτελείο της SPOUI όσο και προς τους αναλυτές και τα επιχειρησιακά στελέχη της SPOUI για τη βοήθεια που του παρείχαν προκειμένου να πραγματοποιήσει αυτή την έρευνα.