Ισλάμ και Ελληνορθόδοξοι Χριστιανοί

827

ΜΙΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΗΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ

Δρ Νικόλαος Λάος

Τι ακριβώς σημαίνει Σαρία;

Σαρία σημαίνει ένα νομικό σύστημα το οποίο χαρακτηρίζεται από ιερότητα, διότι θεμέλιο και πηγή του αναγνωρίζεται ότι είναι το θείον και ειδικότερα, σύμφωνα με την ισλαμική θεολογία, ο Αλλάχ (Θεός). Η ειδοποιός διαφορά της σαρία από το κοσμικό Δίκαιο είναι ότι η σαρία είναι θεμελιωμένη στη μεταφυσική και στην αποκάλυψη της βούλησης του Θεού στην ιστορία μέσω των προφητών και του Μεσσία.

Συμπληρωματικά, τίθεται το ερώτημα: υπάρχει μόνο μια σαρία για όλους τους ανθρώπους; Η απάντηση του Ισλάμ είναι όχι. Στο Κοράνιο και ειδικότερα στη σούρα Ash, αναφέρεται ότι ο Αλλάχ δημιούργησε μεν την ανθρωπότητα από το αρχικό ζεύγος των Πρωτοπλάστων, Αδάμ και Εύα, αλλά άφησε τους ανθρώπους να δημιουργήσουν διαφορετικές κοινότητες‐κουλτούρες, όπως λ.χ. ένας κήπος έχει διαφορετικά λουλούδια. Στη συνέχεια, αναφέρει το Κοράνιο, ο Αλλάχ έστειλε διαφορετική σαρία σε κάθε μια διαφορετική κοινότητα, δηλαδή διαφορετικό νόμο και τρόπο ζωής. Στη γλώσσα της σύγχρονης φιλοσοφικής ανθρωπολογίας, θα λέγαμε ότι το ιερό και η μεταφυσική εκφράστηκαν με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές ανθρωπολογικές κοινότητες. Σύμφωνα με πνευματικώς γόνιμους διδασκάλους του Ισλάμ, η προαναφερθείσα ποικιλία τύπων σαρία τελικά δοξολογεί το θείον από το οποίο πηγάζει και στο οποίο αναφέρεται και εκφράζει την αναζήτηση του ανθρώπου για το έσχατο νόημα της ζωής (βλ. π.χ. Imran N. Hosein, Methodology for the Study of the Qur’an, Trinidad and Tobago: Imran N. Hosein Publications, 2016)

Το Κοράνιο, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχει η σαρία των Μουσουλμάνων, η σαρία των Χριστιανών και η σαρία των Ιουδαίων, απαγορεύει την επιβολή της μιας σαρία επάνω στην άλλη, ως ασέβεια. Το Κοράνιο επιτάσσει τον σεβασμό της αιωνιότητας και την αναφορά στο αιώνιο κατά τη δημιουργία νομικού πολιτισμού εν χρόνω και τόπω. Αυτό εννοεί όταν κάνει λόγο για την εφαρμογή της σαρία, και όχι την καταναγκαστική επιβολή ενός φορμαλιστικού συστήματος επάνω σε όλους τους ανθρώπους. Ο μιλιταριστικός/τρομοκρατικός τζιχαντισμός, ο Ουαχαμπισμός (η κυρίαρχη ισλαμική πουριτανική σέκτα της Σαουδικής Αραβίας) και ο Σαλαφισμός (μια σέκτα που προέρχεται από τον Ουαχαμπισμό και διδάσκει την κατά λέξη, κυριολεκτική ερμηνεία των ισλαμικών Γραφών, αποκλείοντας τη συμβολική σκέψη) είναι προϊόντα δυτικών επιδράσεων και δυτικών προγραμμάτων χειραγώγησης του ισλαμικού κόσμου. Ο μεν Ουαχαμπισμός είναι μια ισλαμική σέκτα κατ’ εικόνα του αγγλοαμερικανικού Πουριτανισμού, ο δε Βρετανός Γουίλφρεντ Μπλαντ (Wilfred Scawen Blunt), συγγραφέας, εξερευνητής, φίλος του Βρετανού πολιτικού Γουίνστον Τσόρτσιλ (Winston Churchill) και συνεργάτης του Βρετανού κατασκόπου σερ Έντουαρντ Μάλετ (Sir Edward Malet) στην Αίγυπτο καθώς και του Βρετανού κατασκόπου και προξένου σερ Ρίτσαρντ Μπάρτον (Sir Richard Burton) στη Δαμασκό της Συρίας, ήταν ο διαχειριστής του Τζαμάλ αντ‐Ντιν αλ‐Αφγκάνι (Jamal ad‐Din al‐Afghani) και του μαθητή του, Μουχαμάντ Αμπντού (Muhammad Abduh), οι οποίοι ήταν ιδρυτές της φονταμενταλιστικής ισλαμικής παράδοσης που ονομάζεται Σαλαφισμός. Ο κυριολεκτισμός του Σαλαφισμού ομοιάζει προς τον κυριολεκτισμό ορισμένων προτεσταντικών κοινοτήτων (Protestant literalism).

Σε αντιδιαστολή προς τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουν το Ισλάμ οι διάφορες πολιτικοποιημένες ισλαμικές σέκτες, οι οποίες επιχειρούν να συνθέσουν το Ισλάμ με τη νεωτερική δυτική πολιτική σκέψη (ειδικά με δυτικές θεωρίες περί εθνικισμού και ιμπεριαλισμού), υποτάσσοντας τη θεολογία σε ιστορικές και ειδικότερα πολιτικές σκοπιμότητες, η ουσία της σαρία είναι ότι ο Αλλάχ είναι κυρίαρχος (αλ‐Μαλίκ) και όχι τα κράτη ή οι πολιτικές εξουσίες. Συνεπώς το κράτος και όλοι οι θεσμοί του πρέπει να υπακούν στην ύπατη αρχή και στον ύπατο νόμο, που είναι η αρχή και ο νόμος του Αλλάχ. Εξ ου και η νεωτερική αντίληψη σύμφωνα με την οποία το έθνος‐κράτος είναι κυρίαρχος θεσμός, δηλαδή υπέχει θέση θεού, αποτελεί για το Ισλάμ βλασφημία («σιρκ»).

Όταν, λοιπόν, το Ισλάμ ομιλεί περί χαλιφάτου, εννοεί ένα πολιτικό υποκείμενο που αναγνωρίζει την κυριαρχία τού Αλλάχ (και όχι του έθνους‐κράτους) και τηρεί τη σαρία ως πηγή και θεμέλιο του νομικού του συστήματος. Παρόμοιο σύστημα εφαρμόστηκε επί μακρόν και στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, στο πλαίσιο της λεγόμενης συναλληλίας Κράτους Εκκλησίας. Μια αρχαία ελληνική εκδοχή της «σαρία» βρίσκουμε στην τραγωδία Αντιγόνη του Σοφοκλή, όπου η Αντιγόνη υπερασπίζεται το θείο Δίκαιο («ελληνική σαρία») απέναντι στο θετό Δίκαιο του Βασιλέα Κρέοντα, που εκφράζει τη βούληση και τις σκοπιμότητες μιας εφήμερης πολιτικής εξουσίας. Η έννοια της σαρία απαντά για πρώτη φορά στην ελληνική φιλοσοφία στα σωζόμενα των Προσωκρατικών και συγκεκριμένα στον Ελεάτη Παρμενίδη με τον όρο Θέμις‐Δίκη (Β1:28 και Β8:32). Εξηγεί σχετικά η Άννα Κελεσίδου: «Η αποκαλυπτική γλώσσα των μυστηρίων, η παρουσία της θεάς και η αντίθεση “απ’ ανθρώπων εκτός πάτου” επιτρέπει να καταλάβομε τον όρο θέμις με την πρωταρχική του σημασία, δηλαδή του θεϊκού νόμου, αντίθετα από τον νόμο τον ανθρώπινο που τίθεται από τη συνήθεια ή τη χρήση» (βλ. Ά. Κελεσίδου, Μελετήματα Προσωκρατικής Ηθικής, Εκδ. Ακαδημίας Αθηνών, 1994, σελ. 42). Επίσης, η Άννα Κελεσίδου επισημαίνει τα εξής: «Στον Όμηρο ο όρος θέμις (ετυμολογικά από το θεσμός…) χρησιμοποιείται για να δηλώσει τη δικαιοσύνη… Ο δικαστής εκδίδει την απόφασή του σύμφωνα με τους θεσμούς, που κατάγονται από τον Δία, και δημιουργεί κανόνες σύμφωνα με τη γνώση του περί εθιμικού νόμου» (Ά. Κελεσίδου, όπ.π., σελ. 106).

Στον Χριστιανισμό, η έννοια της σαρία έχει να κάνει με το δόγμα της κυριαρχίας τού Θεού. Η κυριαρχία ανήκει στον Θεό και όχι σε ιστορικούς θεσμούς. Συγκεκριμένα, ο Αδελφόθεος Ιάκωβος, στην Καθολική Επιστολή του, ομολογεί ότι ο Χριστός είναι ο κυρίαρχος «νομοθέτης και κριτής, ο δυνάμενος σώσαι και απολέσαι» (Ιακώβου, 4:12).

Σύμφωνα με το Ισλάμ, πηγή και θεμέλιο του Δικαίου είναι ο Αλλάχ, δηλαδή ο Θεός, αλλά το Δίκαιο επεκτείνεται και αναπτύσσεται περαιτέρω, στο πλαίσιο της ιστορικότητας, από τους ανθρώπους. Με άλλα λόγια, υπάρχει ένας πυρήνας του Δικαίου και ειδικότερα της σαρία, που πηγάζει από τον Αλλάχ και βασίζεται στην αποκεκαλυμμένη βούληση αυτού, και από εκεί και πέρα οι άνθρωποι παράγουν πρόσθετους κανόνες Δικαίου σύμφωνα με τις ιστορικές συνθήκες, πάντοτε όμως σε συμφωνία με τον πυρήνα της σαρία.

Γενικά, το Δίκαιο χρειάζεται τη μεταφυσική για να έχει μια σταθερή βάση, δηλαδή έναν σκληρό πυρήνα απολύτων αξιών και αρχών, από τις οποίες θα παράγονται οι επιμέρους κανόνες Δικαίου, όπως λ.χ. στα μαθηματικά παράγονται τα επιμέρους θεωρήματα από έναν σκληρό πυρήνα αξιωμάτων. Σύμφωνα με την ορολογία του Ισλάμ, το μεταφυσικό θεμέλιο του Δικαίου ονομάζεται σαρία. Χωρίς ένα μεταφυσικό θεμέλιο, δηλαδή χωρίς μια σαρία, το Δίκαιο αποβαίνει έρμαιο πολιτκών σκοπιμοτήτων και εφήμερων κοινωνικών συμμαχιών ισχύος, εκβάλλει δε αναγκαστικά στο μηδέν (βλ. Νικόλαος Λάος, Μεθεξιολογία: Φιλοσοφική Θεολογία και Θεολογική Φιλοσοφία για τη Θέωση της Ανθρωπότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Δίαυλος, 2017).

Η ύπαρξη ενός μεταφυσικού θεμελίου του δικαίου αποτρέπει την τυραννία, διότι σημαίνει ότι η πηγή και το κριτήριο του νομικού πολιτισμού είναι υπερβατικά, δηλαδή δεν είναι στο χέρι καμιάς κοσμικής εξουσίας. Έτσι, ο άνθρωπος αποκτά μια ιερότητα, την οποία δεν μπορεί να του αμφισβητήσει ή αφαιρέσει καμιά κοσμική εξουσία, εφόσον αυτή η ιερότητα του ανθρώπου δεν πηγάζει από οποιαδήποτε κοσμική εξουσία, ώστε να μπορεί μια κοσμική εξουσία να του την πάρει πίσω, αλλά από το ίδιο το Απόλυτο (βλ. Νικόλαος Λάος, Μεθεξιολογία: Φιλοσοφική Θεολογία και Θεολογική Φιλοσοφία για τη Θέωση της Ανθρωπότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Δίαυλος, 2017, κεφάλαιο 7). Αυτή είναι η θεμελιώδης λογική της σαρία στην αυθεντική εκδοχή της. Αυτήν τη λογική εξέφρασε, με τον δικό του τρόπο, και Μπέντζαμιν Φράνκλιν (Benjamin Franklin), ένας από τους Πατέρες των Η.Π.Α., όταν υποστήριξε ότι «ο άνθρωπος τελικά θα κυβερνηθεί ή από τον Θεό ή από τυράννους» («Man will ultimately be governed by God or by tyrants»). Στο ίδιο πνεύμα, ο Γουίλιαμ Πεν (William Penn), ο Αγγλοαμερικανός επιχειρηματίας, φιλόσοφος και ιδρυτής της βρετανικής επαρχίας και μετέπειτα αμερικανικής Πολιτείας της Πενσιλβάνια, αποφάνθηκε ότι «οι άνθρωποι πρέπει να επιλέξουν να κυβερνηθούν από τον Θεό, ή να καταδικάσουν τους εαυτούς τους να κυβερνηθούν από τυράννους» («Men must choose to be governed by God, or condemn themselves to be ruled by tyrants»).

Το Ισλάμ απέναντι στον Ελληνισμό και την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη

Ο κόσμος της ισλαμικής φιλοσοφικής σκέψης έχει μακρά και στενή σχέση με την προχριστιανική ελληνική φιλοσοφική σκέψη. Πράγματι, ο ισλαμικός πολιτισμός έπαιξε σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση, συστηματοποίηση και ύστερα διάδοση της ελληνικής φιλοσοφικής σκέψης στον νεώτερο δυτικό κόσμο. Η ισλαμική γραμματεία είχε πάντοτε σε μεγάλη εκτίμηση Έλληνες διανοουμένους, όπως ο Αριστοτέλης, ο Πλάτων, ο Σωκράτης κ.ά, και επηρεάστηκε έντονα από τον Νεοπλατωνισμό. Τον 9o αιώνα μ.Χ., στη Βαγδάτη λειτουργούσε ο «Οίκος της Σοφίας», ένα από τα σημαντικότερα κέντρα διανόησης που ενθάρρυνε λογίους να συμμετέχουν στη μετάφραση και τη μελέτη παλιών χειρογράφων, πολλά από τα οποία προέρχονταν από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη. Τα έργα του Αριστοτέλη, του Ευκλείδη, του Γαληνού και άλλων φιλοσόφων και επιστημόνων της αρχαίας Ελλάδας είχαν όλα μεταφραστεί στα αραβικά. Επίσης, ο αραβοϊσλαμικός κόσμος επηρεάστηκε έντονα από την ελληνική ιατρική, από τα ελληνικά μαθηματικά, από την ελληνική αστρονομία και από την ελληνική χημεία (εξ ου και, μεταξύ άλλων, το «ελληνικό πυρ», που ονομάστηκε και «υγρό πυρ»).

Όταν ο ελληνικός κόσμος ασπάστηκε την Ορθόδοξη Χριστιανική Πίστη και έτσι έγινε μέλος εκείνων που το Κοράνιο αποκαλεί Ρουμ, οι δεσμοί μεταξύ των δύο πολιτισμών έγιναν ακόμη στενότεροι. Για παράδειγμα, η ισλαμική εσχατολογία μας πληροφορεί ότι το σημαντικότερο γεγονός που απομένει να συμβεί στην ιστορία είναι η επιστροφή του Μεσσία, δηλαδή του Ιησού υιού της Παρθένου Μαρίας. Μόνο οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι, κανείς άλλο εκτός από αυτούς, μοιράζονται από κοινού αυτήν τη θρησκευτική πίστη, η οποία υπόσχεται να τους ενώσει μεταξύ τους με έναν ακατάλυτο πολιτικό και στρατιωτικό δεσμό με ορίζοντα την επιστροφή του Μεσσία.

Πρέπει να προσέξουμε και να επισημάνουμε ότι μόνο οι Ορθόδοξοι Χριστιανοί περιγράφονται στο Κοράνιο ως Ρουμ και μόνο με αυτούς, κατά τους ευσεβείς Μουσουλμάνους, θα σφυρηλατηθεί μια συμμαχία. Από την άλλη πλευρά, η δυτική Χριστιανοσύνη, που δεν είναι Ρουμ, έχει ήδη σφυρηλατήσει μια σιωνιστική συμμαχία με τους Εβραίους και μάλιστα το Κοράνιο εννοεί αυτήν ακριβώς τη σιωνιστική ιουδαιο‐χριστιανική συμμαχία όταν απαγορεύει στους Μουσουλμάνους να έχουν οποιαδήποτε φιλία και συμμαχία με εκείνους τους Ιουδαίους και με εκείνους τους Χριστιανούς που είναι φίλοι και σύμμαχοι μεταξύ τους (Κοράνιο, σούρα Al‐Maidah, 5:51).

Το Κοράνιο διέκρινε σαφώς μεταξύ εκείνων των Χριστιανών που σφυρηλατούν μια ιουδαιο‐χριστιανική συμμαχία και των άλλων Χριστιανών για τους οποίους ο Αλλάχ διακήρυξε στο Κοράνιο (σούρα Al‐Maidah, 5:82): «…και εσείς σίγουρα θα διαπιστώσετε ότι εκείνοι που επιδεικνύουν τη μέγιστη αγάπη και στοργή για τους πιστεύοντες (δηλαδή τους Μουσουλμάνους) είναι εκείνοι που λένε “Είμαστε Χριστιανοί”…».

Το Κοράνιο ρητώς αναγνωρίζει τον Ιησού Χριστό ως τον αληθινό Μεσσία και ρητώς καταδικάζει την απόφαση των Eβραίων να τον σκοτώσουν: «Εκείνοι (οι Eβραίοι) είπαν (κομπάζοντας): Εμείς σκοτώσαμε τον Μεσσία, τον Ιησού τον υιό της Μαρίας, τον Απεσταλμένο τού Αλλάχ» (Κοράνιο, al‐Nisa, 4:157). Το Κοράνιο συνεχίζει γράφοντας ότι οι Eβραίοι δολοφόνοι του Ιησού Χριστού είχαν την ψευδαίσθηση ότι τον νίκησαν επειδή τον σταύρωσαν, αλλά η αλήθεια είναι, τονίζει το Κοράνιο, ότι ο Ιησούς Χριστός επέζησε των δολοφόνων του: «και δεν τον σκότωσαν, ούτε τον σταύρωσαν, αλλά έτσι φάνηκε σε αυτούς» (Κοράνιο, al Nisa, 4:157). Το Κοράνιο λοιπόν διακηρύσσει ότι οι Eβραίοι δεν σκότωσαν τον Ιησού Χριστό, αφού εκείνος αναστήθηκε και δια του θανάτου νίκησε τον θάνατο, ούτε τον εκμηδένισαν δια της σταύρωσης.

Το Κοράνιο, σε τρία χωρία, γράφει ότι ο Αλλάχ, αφού παρέλαβε το πνεύμα του σταυρωμένου Ιησού, έστειλε πίσω την ψυχή του Ιησού στο σώμα της και έτσι τον ανέστησε και τελικά τον ανύψωσε υπεράνω εκείνων που βλασφήμησαν εναντίον του (Κοράνιο, Ale ‘Imran, 3:55, al‐Maida, 5:116‐117, al‐Nisa, 4:157). Ειδικότερα, στο κορανικό χωρίο al‐Zumar, 39:42, αναφέρεται ότι ο Αλλάχ έστειλε πίσω την ψυχή του Ιησού στο σώμα της μετά από τον φαινομενικό του θάνατο στον σταυρό. Το Κοράνιο αναφέρεται και στην ανάληψη του Ιησού Χριστού: «Ιδού ο Αλλάχ ανύψωσε αυτόν (τον Ιησού) στον Ίδιο τον Εαυτό Του και δοξάστηκε ο Αλλάχ εν Ισχύ και Σοφία» (Κοράνιο, al‐Nisa, 4:158).

Το Κοράνιο και η «Σούνα» (δηλαδή η ιερή παράδοση του Ισλάμ) περιέχουν αυστηρές προειδοποιήσεις εναντίον εκείνων που δεν πίστεψαν στον Ιησού. Σύμφωνα με το Κοράνιο, την ημέρα της Κρίσεως, ο Ιησούς θα επανεμφανιστεί στον κόσμο ως κριτής και μάρτυρας εναντίον των εχθρών του (Κοράνιο, al‐Nisa, 4:159). Την επιστροφή του Ιησού ως κριτή έχει τονίσει ο ιδρυτής του Ισλάμ Μωάμεθ και σε διάφορα χωρία της ιερής παράδοσης του Ισλάμ, ιδίως στη συλλογή Sahih al‐Bukhari, που είναι μια από τις έξι κύριες συλλογές χαντίθ, δηλαδή παραδεδομένων διδασκαλιών τού σουνιτικού Ισλάμ. Επιπλέον, το Κοράνιο και η Σούνα αναφέρουν ότι η Δευτέρα Παρουσία του Ιησού Χριστού θα ακολουθήσει την παρουσία του Ψευδομεσσία (Αντιχρίστου), «Ντατζάλ», στην ιστορία. Σχετικές πληροφορίες περιέχονται στη χαντίθ (ισλαμική παράδοση) του Tamim al‐Dari. Στη συλλογή Ahadith (αυθεντικά ρητά και προφορικές διδασκαλίες του ιδρυτή του Ισλάμ Μωάμεθ) περιέχεται εκτενής αναφορά στην επιστροφή του Μεσσία Ιησού, υιού της Μαρίας, ο οποίος θα νικήσει τελικά τον Ψευδομεσσία («Ντατζάλ») και θα οδηγήσει ολόκληρη την ανθρωπότητα στην τελική κρίση.

Βεβαίως, προς αποφυγή κάθε παρεξηγήσεως και θεολογικής συγχύσεως, οφείλω ως Ορθόδοξος Χριστιανός μελετητής της φιλοσοφίας και της θεολογίας, να τονίσω ότι το Ισλάμ δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό ως τον σαρκωθέντα Λόγο του Θεού, δηλαδή ως το δεύτερο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδας, αλλά ως τον Μεσσία και Απεσταλμένο του Αλλάχ, δηλαδή ενός ατομικού (όχι τριαδικού) Θεού. Για τον λόγο αυτόν, παρά τον σεβασμό του Ισλάμ προς τον Ιησού Χριστό, τόσο η ισλαμική χριστολογία όσο και ο ισλαμικός μονοθεϊσμός διαφέρουν ριζικά από την ορθόδοξη χριστιανική χριστολογία και από τον ορθόδοξο χριστιανικό μονοθεϊσμό (βλ. σχετικώς το βιβλίο μου Μεθεξιολογία: Φιλοσοφική Θεολογία και Θεολογική Φιλοσοφία για τη Θέωση της Ανθρωπότητας, Αθήνα: Εκδόσεις Δίαυλος, 2017, κεφάλαιο 5). Ωστόσο, σε ιστορικό και ειδικότερα πολιτικό επίπεδο, είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο ισλαμικός κόσμος, υπό κανονικές συνθήκες, όχι μόνο δεν εχθρεύεται τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο, αλλά θεωρεί τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο ως τον γνησιότερο πολιτικό-πολιτιστικό σύμμαχό του και εκφράζει, με τον δικό του τρόπο, σεβασμό στα πρόσωπα του Ιησού Χριστού και της Παρθένου Μαρίας.

Μη ταυτίζουμε το Ισλάμ με την Τουρκία και τον Νέο-οθωμανισμό

Ως προς τους Τούρκους, ο Χιού Κένεντι (Hugh Kennedy), στο βιβλίο του The Prophet and the Age of the Caliphates (Εκδ. Longman, 1986), γράφει ότι «Τούρκοι» είναι το συλλογικό όνομα με το οποίο Άραβες ιστορικοί αναφέρονταν στα μέλη των νομαδικών φυλών οι οποίες περιπλανιούνταν στις στέπες και στις ερήμους μεταξύ των βορειοανατολικών συνόρων του ισλαμικού κόσμου και της κινεζικής μεθορίου. Στο ίδιο βιβλίο του, ο Χιού Κένεντι επισημαίνει ότι οι νομάδες Τούρκοι ήταν κατά κανόνα άπιστοι, παγανιστές (ειδωλολάτρες), αλλά, όσοι από αυτούς έρχονταν σε επαφή με μονίμως εγκατεστημένους πληθυσμούς του αραβοϊσλαμικού κόσμου έδειχναν τάση να ασπασθούν το Ισλάμ.

Ο Φίλιπ Χίτι (Ph. K. Hitti), ειδικότερα, στο βιβλίο του Islam: A Way of Life (Εκδ. University of Minnesota Press, 1971, σελ. 100), περιγράφει τους Σελτζούκους Τούρκους ως ένα «παράδειγμα βαρβάρων απίστων» που περισφίγγουν τον πολιτιστικά εξελιγμένο αραβοϊσλαμικό κόσμο, μετά ασπάζονται τη θρησκεία του, δηλαδή το Ισλάμ, και τελικά γίνονται θερμοί υπέρμαχοι της νέας πίστης τους. Επίσης, οι Τούρκοι απέκτησαν σταδιακά ισχύ μέσα στον αραβοϊσλαμικό κόσμο, διότι πολλοί εμίρηδες έφθασαν να εξαρτώνται από τις υπηρεσίες Τούρκων μισθοφόρων και οι Τούρκοι εκμεταλλεύθηκαν τη σύγκρουση μεταξύ των Σουνιτών και των Σιιτών. Το 1055, ο Τούρκος πολέμαρχος Τουγκρίλ εκδήλωσε δημόσια την πρόθεσή του να κάνει προσκύνημα στη Μέκα καθώς και να επιτεθεί εναντίον των Σιιτών Φατιμήδων της Αιγύπτου, κατορθώνοντας έτσι να καταξιωθεί ως ευσεβής και ηγετικός παράγοντας των Σουνιτών. Τον Δεκέμβριο του 1055, ο Τουγκρίλ, έχοντας συνενώσει υπό την ηγεσία του φυλές Τουρκμένων, εισήλθε στη Βαγδάτη, όπου ο Μπουβαχίδης (Πέρσης) ηγεμόνας Αλ Μαλίκ Αλ‐Ραχίμ αδυνατούσε να εγκαθιδρύσει σταθερή κυβέρνηση και υποχρέωσε τον Σουνίτη χαλίφη Αλ‐Χαΐμ να του απονείμει τον τίτλο του σουλτάνου, εγκαινιάζοντας έτσι την εποχή της κυριαρχίας των Σελτζούκων στη Βαγδάτη.

Ειδικότερα, υπό το καθεστώς του Κεμαλισμού, η νεωτερική Τουρκία υπέταξε τον πυρήνα του Ισλάμ στην εθνικιστική ιδεολογία, και, γι’ αυτό, λ.χ., κατά παράβαση της ισλαμικής ευσέβειας, μετέτρεψε τον καθεδρικό Ορθόδοξο Χριστιανικό ναό του βυζαντινού κόσμου, δηλαδή τον Ναό της Αγίας του Θεού Σοφίας, σε τζαμί, και απαγόρευσε τη χρήση του όρου Κωνσταντινούπολη, μετονομάζοντας την πόλη σε Ισταμπούλ. Η κατάργηση και μάλιστα η απαγόρευση της χρήσης του ονόματος Κωνσταντινούπολη είναι ασέβεια προς τον ίδιο τον ιδρυτή του Ισλάμ Μωάμεθ, εφόσον, κατά την ισλαμική παράδοση, ο ίδιος ο Μωάμεθ χρησιμοποιούσε το όνομα Κωνσταντινία (Κωνσταντινούπολη) και, άρα, σύμφωνα με το Ισλάμ, κατέστησε αυτό το όνομα ιερό και για τους Μουσουλμάνους (βλ. και https://www.youtube.com/watch?v=xS3tewIPN8A).

Η αλλοίωση των νεωτερικών αραβοϊσλαμικών κοινωνιών

Στη Μέση Ανατολή, το έθνος‐κράτος, ως θεσμός, είναι μια ευρωπαϊκή έννοια και ένα ευρωπαϊκό δημιούργημα. Η έννοια του έθνους‐κράτους, την οποία δημιούργησαν οι Ευρωπαίοι για να οργανώσουν τον πολιτικό τους βίο στη νεωτερική Ευρώπη, δεν είχε κανένα ιστορικό έρεισμα στη Μέση Ανατολή. Όμως, μετά από την αποαποικιοποίηση της Μέσης Ανατολής, οι ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές δυνάμεις άφησαν πίσω τους στη Μέση Ανατολή τον θεσμό του έθνους‐κράτους, ως ευρωπαϊκό κατάλοιπο. Έτσι, λοιπόν, δημιουργήθηκαν τα μεσανατολικά έθνη‐κράτη, κάποια εκ των οποίων είχαν ιστορικώς μακρές συλλογικές ταυτότητες, όπως λ.χ. η Αίγυπτος και η Τυνησία, άλλα είχαν ιστορικώς πολύ βραχύτερες συλλογικές ταυτότητες, όπως λ.χ. ο Λίβανος, η Σαουδική Αραβία και το Ισραήλ (ως κρατικά φαινόμενα, είναι δημιουργήματα των δυτικοευρωπαϊκών αποικιοκρατικών δυνάμεων του 20ού αιώνα), και άλλα ήταν κυρίως συνομοσπονδίες τοπικών φυλών, όπως λ.χ. η Λιβύη (βλ. T. Freedman, From Beirut to Jerusalem, Εκδ. Farrar, Straus, and Giroux, 1989).

Βεβαίως, σε όλες τις περιπτώσεις των μεσανατολικών κρατών, διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν αισθήματα κοινότητας, δηλαδή οι άνθρωποι υπάρχουν μέσω μιας κοινότητας στην οποία ανήκουν. Για παράδειγμα, στη Συρία, υπάρχουν οι εξής κοινότητες: Αλαουίτες, Σιίτες, Σουνίτες, Κούρδοι, Χριστιανοί, Δρούζοι και διάφορες άλλες μικρότερες κοινότητες. Όμως, συχνά στη Μέση Ανατολή, ο θεσμός του κράτους δεν ταυτίζεται με μια κοινότητα, αλλά περιλαμβάνει διαφορετικές κοινότητες. Για παράδειγμα, μια τοπική φυλή μπορεί να έχει μια σχετική αυτονομία, αλλά δεν παύει να είναι ενταγμένη μέσα σε ένα κράτος, στους κόλπους του οποίου συνυπάρχει με άλλες τοπικές φυλές. Έτσι, στη Μέση Ανατολή, υπάρχει μια ιστορική τριβή μεταξύ της έννοιας του έθνους, που δημιουργήθηκε από τους Ευρωπαίους, του θεσμού του κράτους, που κληροδοτήθηκε από τους Ευρωπαίους, και της αυθεντικής τοπικής κοινότητας που προϋπήρχε του ευρωπαϊκού μοντέλου του έθνους‐κράτους.

Πριν εισαχθεί και επιβληθεί η ιδέα του έθνους‐κράτους στη Μέση Ανατολή από τους Ευρωπαίους, δεν υπήρχαν ούτε έθνη ούτε κράτη, αλλά υπήρχαν τοπικές φυλές, φατρίες και θρησκευτικές κοινότητες και βεβαίως ένα ενιαίο μεγάλο ισλαμικό χαλιφάτο. Διάδοχος του αραβοϊσλαμικού χαλιφάτου υπήρξε η Οθωμανική Αυτοκρατορία, η οποία βεβαίως, σταδιακά, εγκατέλειψε πολλές παραδοσιακές αρχές της ισλαμικής παράδοσης και αφομοίωσε σημαντικά στοιχεία του δυτικού πολιτικού συστήματος, καθιστάμενη έτσι συγχρόνως ευάλωτη στη σταδιακή αποδόμηση μέσω και λόγω της δυτικής διείσδυσης.

Η κρίση και η παρακμή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κυριαρχία δυτικών αποικιοκρατικών δυνάμεων στον αραβοϊσλαμικό κόσμο οδήγησαν τον αραβοϊσλαμικό κόσμο σε μια μεταχαλιφατική περίοδο και σε διεστραμμένες αντιλήψεις για τη σαρία, δηλαδή τον θρησκευτικό νόμο. Για να μπορέσει ο δυτικός πολιτισμός να κυριαρχήσει επάνω στον ισλαμικό κόσμο και να ενσωματώσει τον ισλαμικό κόσμο μέσα στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, έπρεπε οπωσδήποτε να αποδομηθεί η έννοια τού χαλιφάτου. Επιδιώκοντας την αποδόμηση του χαλιφάτου και έχοντας συνειδητοποιήσει ότι αυτός ο στόχος απαιτούσε την επιβολή ελεγχόμενων από τη Δύση καθεστώτων στα ιερά προσκυνήματα του Ισλάμ (που συνδέουν πνευματικά την «Ούμα», δηλαδή την παγκόσμια ισλαμική κοινότητα), η Μεγάλη Βρετανία, την εποχή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, έθεσε ως στρατηγικό στόχο της το να αποσπάσει τα ιερά προσκυνήματα του Ισλάμ από τον χαλίφη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και να καλλιεργήσει μεταξύ του αραβοϊσλαμικού κόσμου την ιδεολογία τού εθνικισμού, που οδηγεί στην εκκοσμίκευση, επιφέρει την πολυδιάσπαση και πυροδοτεί τους εθνικούς εγωισμούς.

Ο στόχος της βρετανικής Διπλωματίας επιτεύχθηκε όταν ο σαρίφ Χουσεΐν, τον οποίο οι Οθωμανοί είχαν διορίσει σαρίφ (δηλαδή ηγεμόνα) της Μέκας και ο οποίος ήταν πρόγονος του σημερινού Βασιλέα Χουσεΐν τής Ιορδανίας, έπαιξε το διπλωματικό παιχνίδι των Βρετανών και εξεγέρθηκε εναντίον του Οθωμανού χαλίφη, ανακηρύσσοντας αυτόνομη δική του εξουσία επάνω στα ισλαμικά προσκυνήματα της Μέκας, με τη συμμαχία και την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας. Έτσι ο Οθωμανός χαλίφης διατήρησε υπό τη διοίκησή του μόνο τα ισλαμικά προσκυνήματα της Μεδίνας, τα οποία όμως έχασε το 1919, όταν τα οθωμανικά στρατεύματα στην πόλη της Μεδίνας καθοδηγήθηκαν σε εξέγερση και στάση εναντίον του επικεφαλής τους, που ήταν ο πασάς Φάκρι (Fakhri Pasha). Επίσης, το 1919, τα βρετανικά στρατεύματα, υπό τη διοίκηση του στρατηγού Άλενμπι (Allenby), κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ. Μετά από την απώλεια των ισλαμικών ιερών τόπων στην Αραβική Χερσόνησο και την απώλεια της Ιερουσαλήμ, το οθωμανικό χαλιφάτο ήταν πλέον νεκρό. Το οθωμανικό χαλιφάτο καταργήθηκε επίσημα στις 3 Μαρτίου 1924.

Στις 7 Μαρτίου 1924, ο σαρίφ Χουσεΐν, που με τη βοήθεια των Βρετανών είχε θέσει υπό την εξουσία του τη Μέκα, διεκδίκησε να γίνει ο αρχηγός του χαλιφάτου, εφόσον το οθωμανικό χαλιφάτο είχε καταργηθεί. Επίσης υπερηφανεύθηκε για το γεγονός ότι ήταν Χασεμίτης, δηλαδή ανήκε στη γενιά «Μπανού Χασίμ» της φυλής των Κουραΐς, στην οποία ανήκε ο ίδιος ο ιδρυτής του Ισλάμ Μωάμεθ. Όμως ο σαρίφ Χουσεΐν ξέχασε σε αυτήν την περίπτωση μια «λεπτομέρεια»: ότι διατελούσε υπό τη διαχείριση των Βρετανών και ότι, πριν διεκδικήσει το χαλιφάτο για λογαριασμό του, έπρεπε να ζητήσει την άδεια της Μεγάλης Βρετανίας και να συνεννοηθεί μαζί της επ’ αυτού του ζητήματος.

Η πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας στην Αραβική Χερσόνησο υπαγορευόταν από τη βούληση των Βρετανών: 1) να έχουν ένα φιλικό προς τους ίδιους καθεστώς στα ισλαμικά προσκυνήματα, ώστε να χειραγωγούν την πολιτική κατάσταση στην Αραβική Χερσόνησο, 2) να ελέγχουν την εξουσία του χαλίφη και 3) να εφαρμόσουν τον σιωνιστικό στόχο της δημιουργίας εβραϊκού κράτους στην Παλαιστίνη. Αυτοί οι στόχοι ενσωματώθηκαν στη μυστική συμφωνία Sykes‐Picot, που υπεγράφη μεταξύ της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας το 1916, και στη Διακήρυξη Balfour το 1917. Βρετανοί και Γάλλοι μοίρασαν μεταξύ τους τη Μέση Ανατολή, διαιρώντας τη σε σφαίρες επιρροής, διασφάλισαν την αποδόμηση του χαλιφάτου και υποστήριξαν το σιωνιστικό κίνημα, δηλαδή τον εθνοεβραϊσμό, προς τον οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, αρχήθεν αντιτάχθηκαν και συνεχίζουν να αντιτάσσονται οι λεγόμενοι Ορθόδοξοι Ιουδαίοι (βλ. λχ.: http://www.nkusa.org/).

Η διεκδίκηση του χαλιφάτου από τον Χασεμίτη σαρίφ Χουσεΐν, στην οικογένεια του οποίου, όπως προανέφερα, ανατέθηκε αργότερα η διοίκηση της Ιορδανίας, δεν ήταν συμβατή με τα σχέδια της βρετανικής Διπλωματίας, διότι ο σαρίφ Χουσεΐν είχε τάσεις αυτονόμησης και θα μπορούσε να αναζωογονήσει το μεγάλο ισλαμικό χαλιφάτο. Γι’ αυτό, οι Βρετανοί έδωσαν τις ευλογίες τους σε έναν άλλο «πελάτη» του βρετανικού πολιτικού συστήματος στην Αραβική Χερσόνησο, συγκεκριμένα στον Αμπντ αλ‐Αζίζ Ιμπν Σαούντ. Ο Ιμπν Σαούντ λάμβανε μηνιαίο μισθό 5.000 στερλίνες από το υπουργείο Οικονομικών της Μεγάλης Βρετανίας προκειμένου να μείνει ουδέτερος απέναντι στην εξέγερση του σαρίφ Χουσεΐν. Τελικά, οι Βρετανοί εξασφάλισαν την κυριαρχία του Σαούντ επάνω στα εδάφη που ήλεγχε προηγουμένως ο σαρίφ Χουσεΐν και ανέθεσαν στον οίκο του σαρίφ Χουσεΐν το Εμιράτο της Υπεριορδανίας, το οποίο αναγνωρίστηκε το 1922 από την Κοινωνία των Εθνών ως το Βασίλειο της Υπεριορδανίας υπό Βρετανική Εντολή.

Η κυριαρχία του οίκου των Σαούντ στην Αραβική Χερσόνησο και στους ιερούς τόπους του Ισλάμ συνδυάστηκε με μια συμμαχία μεταξύ του αρχηγού της φυλής των Σαούντ με τον αρχηγό της πουριτανικής, φανατικής ισλαμικής σέκτας των Ουαχαμπιστών. Αυτή η συμμαχία όριζε ότι η πολιτική κυριαρχία της φυλής των Σαούντ θα συνδυάζεται πάντοτε με τη θρησκευτική κυριαρχία της ισλαμικής σέκτας των Ουαχαμπιστών, οι οποίοι έχουν μια πουριτανική, φορμαλιστική και εξτρεμιστική αντίληψη για την ισλαμική σαρία (κατ’ αναλογία προς τον αγγλικό χριστιανικό πουριτανισμό του Κρόμγουελ). Έτσι, η γεωγραφική καρδιά του Ισλάμ υποτάχθηκε πολιτικά στους Σαούντ και πνευματικά στην ισλαμική σέκτα των Ουαχαμπιστών (ένα είδος ισλαμικού πουριτανισμού), χάριν των γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων των Βρετανών αρχικά και των Η.Π.Α. στη συνέχεια.

Ο Ουαχαμπισμός, ο Σαλαφισμός, η Μουσουλμανική Αδελφότητα, η Αλ Κάιντα και η ψευδεπίγραφη τρομοκρατική οργάνωση «Ισλαμικό Χαλιφάτο» (ISIS/Daesh) έχουν στρεβλή αντίληψη για τη σαρία και το χαλιφάτο, και αποτελούν παρενέργειες και πολιτικές «καρκινογενέσεις» προσπαθειών της Δύσης και σιωνιστικών κύκλων να χειραγωγήσουν τον ισλαμικό κόσμο. Ιστορικά, η Μουσουλμανική Αδελφότητα ήταν ένα δημιούργημα της αποικιοκρατικής πολιτικής Sykes‐Picot και των βρετανικών μυστικών υπηρεσιών. Η οργάνωση εξελίχθηκε, εξαπλώθηκε και γέννησε ακόμη πιο μαχητικές τζιχαντιστικές ομάδες, περιλαμβανομένης της Αλ Κάιντα. Η μακρά εξορία της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Σαουδική Αραβία, εξορία η οποία επήλθε ως συνέπεια της σκληρής κατασταλτικής πολιτικής που εφάρμοσε ο Αιγύπτιος πρόεδρος Γκαμάλ Νάσερ εναντίον της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη δεκαετία του 1950, οδήγησε στη γέννηση ενός νεο‐σαλαφιστικού φαινομένου. Η σκληρή κατασταλτική πολιτική που εφάρμοσε, στη δεκαετία του 1980, ο τότε Σύρος πρόεδρος Χαφέζ αλ‐Άσαντ εναντίον της συριακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας, οδήγησε σε ένα δεύτερο κύμα μετανάστευσης και εξορίας της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στη Σαουδική Αραβία.

Υπό την επιρροή του Βρετανοαμερικανού καθηγητή ανατολικών σπουδών δρος Μπέρναρντ Λιούις (Dr Bernard Lewis) του Princeton University, η μια μετά την άλλη οι αμερικανικές κυβερνήσεις πείστηκαν να παίξουν το «αραβοϊσλαμικό χαρτί» ως εργαλείο για να πολεμήσουν τη Σοβιετική Ένωση (ειδικά στην Κεντρική Ασία και τη Μέση Ανατολή). Ο πόλεμος του Αφγανιστάν, στη δεκαετία του 1980, οδήγησε στη βάθυνση της συνεργασίας των βρετανικών και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Αυτή η συνεργασία γέννησε την Αλ Κάιντα και μια σειρά ομάδων ξένων μαχητών που μεταφέρθηκαν στο Αφγανιστάν, ως «μουτζαχεντίν», για να πολεμήσουν τον σοβιετικό Κόκκινο Στρατό (βλ. και https://www.theguardian.com/uk/2005/jul/08/july7.development).

Στις 23 Μαρτίου 2005, η εφημερίδα Washington Post έγραψε τα εξής: «Οι Η.Π.Α. ξόδεψαν εκατομμύρια δολάρια για να προμηθεύσουν τα Αφγανόπουλα που πήγαιναν στο σχολείο με εκπαιδευτικά βιβλία γεμάτα με βίαιες εικόνες και πολεμικές ισλαμικές διδασκαλίες… Τα αλφαβητάρια, τα οποία ήταν γεμάτα με αναφορές στη τζιχάντ και εικονογραφημένα με όπλα, σφαίρες και οβίδες, λειτουργούν έκτοτε ως το κύριο πρόγραμμα σπουδών στο σχολικό σύστημα του Αφγανιστάν. Ακόμη και οι Ταλιμπάν χρησιμοποίησαν τα βιβλία που είχαν παραχθεί στην Αμερική». Ο Στιβ Κολ (Steve Coll) έγραψε στην Washington Post, στις 19 Ιουλίου 1992: «Τον Μάρτιο του 1985, ο πρόεδρος Ρίγκαν υπέγραψε την Απόφαση Εθνικής Ασφάλειας υπ’ αριθμόν 166… (η οποία) επέτρεπε την παροχή μυστικής στρατιωτικής βοήθειας προς τους Μουτζαχεντίν».

Όταν ο Κομμουνισμός κατέρρευσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μεγάλο μέρος αυτών των ριζοσπαστικοποιημένων Μουσουλμάνων συνειδητοποίησαν ότι η Δύση θα μπορούσε να παίξει τον ρόλο του «εχθρού», τον οποίο προηγουμένως έπαιζε ο Σοβιετικός Συνασπισμός. Επίσης, στη μεταψυχροπολεμική περίοδο, παράγοντες της Δύσης χρησιμοποίησαν τους προαναφερθέντες ριζοσπαστικοποιημένους Μουσουλμάνους για την αποσταθεροποίηση και ανατροπή ανεπιθύμητων καθεστώτων (όπως λ.χ. εκείνων του Καντάφι στη Λιβύη, του Μουμπάρακ στην Αίγυπτο και του Άσαντ στη Συρία), και πολιτικοί παράγοντες του Ισραήλ αξιοποίησαν τη τζιχαντιστική τρομοκρατία, ιδιαιτέρως την οργάνωση ISIS/Daesh, για τη διεξαγωγή υπονομευτικών επιχειρήσεων στη Μέση Ανατολή με σκοπό την εξυπηρέτηση ισραηλινών συμφερόντων. Γι’ αυτό, άλλωστε, στις 20 Ιανουαρίου 2016, στην έγκριτη ειδησεογραφική ιστοσελίδα Newsweek, ο Ισραηλινός υπουργός Άμυνας Μοσέ Γιάλον δήλωσε απροκαλύπτως: «προτιμώ το ISIS από το Ιράν στα σύνορά μας» (βλ. http://www.newsweek.com/israeli-defense-minister-i-prefer-isis-iran-our-borders-417726). Από την άλλη πλευρά, με ιδιαίτερη σοφία, ο πρώην Αμερικανός πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα επιδίωξε να υπερβεί τον «πόλεμο των πολιτισμών», επικαιροποιώντας τον παραδοσιακό αμερικανικό ιδεαλισμό ως νοοπολιτικό εργαλείο ειρήνης, εφαρμόζοντας μια πολιτική εξομάλυνσης των σχέσεων μεταξύ των Η.Π.Α. και του Ιράν και επιδιώκοντας τη δημιουργία μιας τριγωνικής περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων μεταξύ του σιωνιστικού πόλου, του σουνιτικού πόλου και του σιιτικού πόλου (ώστε αυτοί οι τρεις πόλοι να αλληλοεξισορροπούνται και να αποτρέπεται η απόλυτη ηγεμονία ενός εξ αυτών των τριών πόλων στη Μέση Ανατολή).

Σε αυτόν τον κόσμο του μεσανατολικού χάους, των πολιτικών παθών και του «πολέμου των πολιτισμών», ο Ελληνισμός καλείται να συνεισφέρει την ιδιαίτερη πνευματική τεχνογνωσία του, την οποία διαυγάζω στο βιβλίο μου Μεθεξιολογία, προκειμένου να οικοδομηθεί μια νέα, καλύτερη, «νέα τάξη πραγμάτων» και ιδιαιτέρως μια βιώσιμη παγκόσμια κοινωνία.

Ο δρ Νικόλαος Λάος είναι φιλόσοφος και σύμβουλος νοοπολιτικής. Μεταξύ άλλων, είναι ο συγγραφέας του βιβλίου Μεθεξιολογία: Φιλοσοφική Θεολογία και Θεολογική Φιλοσοφία για τη Θέωση της Ανθρωπότητας (Αθήνα: Εκδόσεις Δίαυλος, 2017), το οποίο, to 2016, εκδόθηκε στα αγγλικά από την εκδοτική εταιρεία Pickwick Publications του αμερικανικού εκδοτικού ομίλου Wipf and Stock Publishers: http://wipfandstock.com/methexiology.html Για την ελληνική έκδοση, βλ.: http://www.diavlos-books.gr/product/1027/metheksiologia-filosofiki-theologia-kai-theologiki-filosofia-gia-ti-theosi-tis-anthropotitas