ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΑΜΟ Το «κολαστήριο» των ΗΠΑ

820

Η ιστορία της τρομακτικής φυλακής επί κουβανέζικου εδάφους

«Ως πρόεδρος, θα κλείσω το Γκουαντάναμο» υποσχόταν ο Μπαράκ Ομπάμα τον Αύγουστο του 2007, περισσότερο από ένα χρόνο πριν αναλάβει την ηγεσία των ΗΠΑ, κάνοντας λόγο για ένα «θλιβερό κεφάλαιο» της αμερικανικής Ιστορίας. Έπειτα από οκτώ περίπου χρόνια διακυβέρνησης, ο Ομπάμα επανήλθε πριν από λίγες ημέρες σε μία από τις βασικές του προεκλογικές εξαγγελίες, δηλώνοντας και πάλι αποφασισμένος να κλείσει τη διαβόητη στρατιωτική φυλακή στην αμερικανική βάση στην Κούβα που έγινε ευρέως γνωστή
μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου για τη μεταφορά μαχητών και υπόπτων για τρομοκρατία από το Ιράκ και το Αφγανιστάν, αλλά κυρίως για τα βασανιστήρια και τις σκληρές τακτικές ανάκρισης, στις οποίες υποβάλλονταν οι κρατούμενοι του αποκαλούμενου «κολαστηρίου». Στη φυλακή του Γκουαντάναμο παραμένουν έγκλειστοι 91 κρατούμενοι, λιγότερο από έναν χρόνο πριν από την ολοκλήρωση της δεύτερης και τελευταίας θητείας του αμερικανού προέδρου. Σε πολλούς από αυτούς δεν έχουν απαγγελθεί κατηγορίες και δεν έχουν οδηγηθεί ενώπιον της Δικαιοσύνης. Το σχέδιο του Ομπάμα προβλέπει τη μεταφορά όσων κρατουμένων δεν απελευθερωθούν σε 13 τοποθεσίες στο έδαφος των ΗΠΑ.

ΟΙ ΗΠΑ ΣΤΟ ΓΚΟΥΑΝΤΑΝΑΜΟ

Ο κόλπος του Γκουαντάναμο αποτελεί μια αμφιλεγόμενη περιοχή για περισσότερο από έναν αιώνα. Σε αυτό το νοτιοανατολικό σημείο της Κούβας λειτουργεί μια ναυτική βάση των ΗΠΑ, με έκταση 116 τετραγωνικά χιλιόμετρα, βάσει ενός συμβολαίου μίσθωσης που υπογράφτηκε το 1903. Ήδη από το 1898, αμερικανοί πεζοναύτες αποβιβάστηκαν στην περιοχή στο πλαίσιο
των επιχειρήσεών τους κατά των Ισπανών στη διάρκεια του ισπανοαμερικανικού πολέμου. Μέχρι τότε, τον έλεγχο της Κούβας είχε η Ισπανία. Με το τέλος του πολέμου, ο έλεγχος αυτός περνά στα χέρια των ΗΠΑ. Το 1902, η Κούβα κηρύσσεται ανεξάρτητο κράτος με πρόεδρο τον Τόμας Εστράδα Πάλμα. Σύμφωνα όμως με την Τροποποίηση Πλατ (Platt Amendment), που ενσωματώθηκε στο Σύνταγμα της νεοσύστατης χώρας, το κράτος καλείται να μισθώσει τη στρατηγικής σημασίας περιοχή στο Γκουαντάναμο, προκειμένου να δημιουργηθεί εκεί η βάση του Ναυτικού των ΗΠΑ. Μάλιστα, οι ΗΠΑ αποκτούν «πλήρη δικαιοδοσία και έλεγχο» στο Γκουαντάναμο. Η συμφωνία προβλέπει την καταβολή του ποσού των 4.085 δολαρίων ετησίως για τη μίσθωση της περιοχής.
Στο μισθωτήριο συμβόλαιο θα προστεθεί το 1934 ο όρος ότι θα μπορεί να λήξει μόνο με συμφωνία και των δύο κυβερνήσεων, ένας όρος που αμφισβητήθηκε σθεναρά από τον Φιντέλ Κάστρο μετά την Κουβανική Επανάσταση.
Η άρνηση του προέδρου Αϊζενχάουερ να ανταποκριθεί στο αίτημά του θα ανοίξει τον δρόμο για την εντεινόμενη ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών. Ο Φιντέλ Κάστρο είχε κάνει λόγο για «ένα μαχαίρι καρφωμένα στην καρδιά της κουβανικής αξιοπρέπειας και της κυριαρχίας». Μάλιστα, ο Κάστρο απείλησε να εκδιώξει το αμερικανικό ναυτικό από την Κούβα. Μια τέτοια ενέργεια ωστόσο ενείχε τον κίνδυνο να εκληφθεί ως αφορμή από τις ΗΠΑ για να εισβάλουν στο νησί και να τον ανατρέψουν.
Το 1964, ο Κάστρο θα κόψει την παροχή νερού στη ναυτική βάση, με τις ΗΠΑ να απαντούν με δικές τους εγκαταστάσεις για την εξασφάλιση νερού και ενέργειας. Επί 50 περίπου χρόνια, η Κούβα αρνείται να εξαργυρώσει τις επιταγές των ΗΠΑ για τη βάση του Γκουαντάναμο, καταγγέλλοντας τη νομιμότητα της συμφωνίας.

Η ΥΠΟΔΟΧΗ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ

Το Γκουαντάναμο θα επανέλθει στην επικαιρότητα στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Το πραξικόπημα στην Αϊτή το 1991 είχε ως αποτέλεσμα χιλιάδες άνθρωποι να μεταφερθούν στη βάση, όπου δημιουργήθηκε καταυλισμός προσφύγων για όσους ζητούσαν άσυλο στις ΗΠΑ. Με την πάροδο των ετών, στο Γκουαντάναμο έβρισκαν καταφύγιο και Κουβανοί, που επιδίωκαν επίσης να εξασφαλίσουν άσυλο στις ΗΠΑ.
Το 1999, με την ένταση να έχει χτυπήσει «κόκκινο» στα Βαλκάνια, οι ΗΠΑ συμφώνησαν στη μεταφορά 20.000 ατόμων στο Γκουαντάναμο, ωστόσο το σχέδιο έμεινε στα χαρτιά καθώς κρίθηκε πως η περιοχή βρίσκεται πολύ μακριά από τις πατρίδες των προσφύγων.

MΕΤΑ ΤΗΝ 11η ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Στις αρχές του 2002, το Gitmo, όπως αποκαλείται συχνά το Γκουαντάναμο, άρχισε να υποδέχεται τους πρώτους υπόπτους για σχέσεις με την Αλ Κάιντα, την οργάνωση που ευθύνεται για τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου στην «καρδιά» των ΗΠΑ, καθώς και μαχητές των Ταλιμπάν από το Αφγανιστάν. Εκατοντάδες άνθρωποι οδηγήθηκαν στην περιοχή, χωρίς να τους απαγγελθούν ποτέ κατηγορίες και χωρίς να μπορούν να διεκδικήσουν δικαστικά τα δικαιώματά τους.
Η διακυβέρνηση του Τζορτζ Μπους ισχυρίστηκε πως δεν ήταν υποχρεωμένη να εφαρμόσει βασικές συνταγματικές προβλέψεις για την προστασία των κρατουμένων, με το επιχείρημα πως η βάση βρισκόταν εκτός αμερικανικού εδάφους.
Υποστήριξε επίσης ότι δεν υποχρεούτο να τηρήσει τις διεθνείς συμβάσεις για τη μεταχείριση των κρατουμένων πολέμου, καθώς δεν είχαν ισχύ στις περιπτώσεις «παράνομων εχθρικών μαχητών». Το «στρατόπεδο συγκέντρωσης», όπως έχει επίσης αποκληθεί η φυλακή, δέχτηκε πυρά διεθνώς για τις πρωτοφανείς παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και τα βασανιστήρια που εφαρμόζονταν στο πλαίσιο των ανακρίσεων.
Τον Ιανουάριο του 2009, ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα θα ανακοινώσει το κλείσιμο της φυλακής εντός ενός έτους και την πρόθεση της κυβέρνησής του να συντάξει ένα σχέδιο μεταφοράς των κρατουμένων στις ΗΠΑ προκειμένου να φυλακιστούν ή να δικαστούν σε αμερικανικό έδαφος. Ζήτησε επίσης από τους ανακριτές να ακολουθούν αποκλειστικά τις τακτικές που περιλαμβάνει το εγχειρίδιο του αμερικανικού στρατού.
Το σχέδιό του, όμως, συνάντησε την αντίσταση των Ρεπουμπλικάνων, αλλά και ορισμένων Δημοκρατικών, στο Κογκρέσο, που υποστηρίζουν ότι η μεταφορά των κρατουμένων στις ΗΠΑ θα θέσει σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Το αποτέλεσμα ήταν το κλείσιμο της φυλακής να αναβληθεί. Το 2013, περισσότεροι από τους μισούς κρατούμενους που παρέμεναν στο Γκουαντάναμο (166 την περίοδο εκείνη), προχώρησαν σε απεργία πείνας.