Γιώργος Ξηραδάκης, Πρόεδρος του U.S.Propeller Club και υποψήφιος Ευρωβουλευτής

205

Ο Γιώργος Ξηραδάκης

Πρόεδρος του U.S.Propeller Club και υποψήφιος Ευρωβουλευτής

Μας μιλάει για τις προσδοκίες του στη μάχη των Ευρωεκλογών και για τους στόχους του την επόμενη μέρα.

 

Συνέντευξη στον Διονύση Πολίτη

Πώς προέκυψε η υποψηφιότητά σας στο ευρωψηφοδέλτιο της Ν.Δ.; Τι προσδοκάτε από την συμμετοχή σας στην μάχη των Ευρωεκλογών;

Όταν μεγάλωνα στον Βόλο, μέσα σε μία οικογένεια γιατρών, ποτέ δεν περίμενα ότι οι επιλογές της ζωής μου, θα με έφερναν σήμερα με την ιδιότητα του υποψηφίου Ευρωβουλευτή με την Νέα Δημοκρατία. Η πρόταση όμως του Κυριάκου Μητσοτάκη να κατέβω Υποψήφιος στην Ευρωπαϊκή πολιτική σκήνη ως εκπρόσωπος της Θαλάσσιας Οικονομίας και της Ελληνικής Ναυτιλίας ήταν τόσο τιμητική που δεν μπορούσα να αρνηθώ. με σκοπό να συμβάλλω στην πραγματική αλλαγή πορείας της ελληνικής οικονομίας και την δημιουργία εργασιών μέσω της ανάπτυξης των επενδύσεων.

Μετά από μία πορεία υπηρεσίας 30 ετών στο χώρο της θάλασσας από διάφορα πόστα και θέσεις ευθύνης, στα 55 χρόνια μου αποφάσισα λοιπόν να κατέβω στο στίβο της πολιτικής και να προσφέρω στη χώρα μου κυρίως γιατί η Ελληνική ναυτιλία η οποία είναι όχι μόνο η μεγαλύτερη βιομηχανία της χώρας μαζί με τον τουρισμό αλλά αποτελεί το 50% της κοινοτικής ναυτιλίας, δεν έχει επαρκή εκπροσώπηση στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο.

Δεν είναι επιδίωξη μου να πάω στην ευρωβουλή ούτε για επαγγελματική καταξίωση ούτε για αποκατάσταση. Στόχος μου είναι να προσελκύσω το ενδιαφέρον επενδυτών, στρατηγικών εταίρων μέσα από το κέντρο αποφάσεων της Ε.Ε. Γιατί η Ελλάδα χρειάζεται ανάπτυξη και δουλειά για όλους.

Θα ήθελα να μας δώσετε μια εικόνα για την κατάσταση που επικρατεί με δεδομένο ότι η ελληνική ναυτιλία περνάει μια πολύ μεγάλη κρίση εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Τι θα έπρεπε να γίνει για να βελτιωθεί η κατάσταση και να αποκτήσει και πάλι την δυναμική της;

Η σύγχρονη ναυτιλία είναι  μια βιομηχανία εντάσεως κεφαλαίων με έντονες και απότομες διακυμάνσεις των οικονομικών της κύκλων οι οποίοι την καθιστούν επενδυτικό κλάδο υψηλού κινδύνου. Οι κρίσεις στη ναυτιλία είναι ένα συνηθισμένο φαινόμενο στο οποίο οι Έλληνες έχουν ανταπεξέλθει επιτυχώς. Επιπλέον η δυναμική της Ελληνικής ναυτιλίας

ουδόλως έχει χαθεί αφού αποτελεί τη μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη ελέγχοντας το 19% της παγκόσμιας αγοράς.

Δεν πρέπει να παραβλέπουμε όμως το γεγονός ότι η γιγάντωση της Ελληνικής ναυτιλίας πραγματοποιήθηκε με τη στήριξη κατά βάση των διεθνών τραπεζών οι οποίες ανέπτυξαν σημαντικά χαρτοφυλάκια στην εν λόγω αγορά. Οι ανακατατάξεις στο διεθνές (ειδικά στο ευρωπαϊκό) χρηματοπιστωτικό περιβάλλον -με κυρίαρχες τάσεις τον υψηλό βαθμό διακράτησης ρευστότητας, τη συγκρατημένη χορήγηση νέων πιστώσεων, την επιλεκτική απομόχλευση, την ενίσχυση της κεφαλαιακής επάρκειας και την προετοιμασία για προσαρμογή σε ακόμη αυστηρότερους κανόνες αναφορικά με τη ρευστότητα και την επάρκεια/ποιότητα κεφαλαίων- δημιουργούν ένα σκηνικό πολύπλοκο και απαιτητικό, σε αντιδιαστολή με το ευνοϊκό περιβάλλον της προηγούμενης δεκαετίας.

Η δυσκολία εξεύρεσης κεφαλαίων ταυτόχρονα με τη μείωση της ανάπτυξης του παγκοσμίου εμπορίου και το παρατεταμένο χαμηλό επίπεδο κλυδωνίζουν την Ελληνική ναυτιλία, δυσχεραίνοντας έτσι κάθε επενδυτική προσπάθεια των εταιρειών αυτών. Οι συνθήκες πιστωτικής ασφυξίας που δημιουργούνται στις μικρές και μεσαίες ναυτιλιακές εταιρείες αποτελούν θανάσιμο κίνδυνο για τη ραχοκοκαλιά της Ελληνικής ναυτιλίας.

Ο στόχος λοιπόν πρέπει να είναι η εξομάλυνση του τραπεζικού τομέα και η πίστη στη διατήρηση του επιτυχημένου μοντέλου διαχείρισης της Ελληνικής ναυτιλιακής εταιρείας.

Παρά τη ζοφερή αυτή εικόνα πιστεύω ακράδαντα ότι η Ελληνική ναυτιλία θα συνεχίσει την επιτυχημένη πορεία της εκμεταλλευόμενη το μοναδικό της χαρακτηριστικό που είναι η προσαρμοστικότητά της και ευελιξία της.

Γνωρίζετε καλά ότι οι αυξήσεις στην φορολογία έχουν «γονατίσει» την επιχειρηματικότητα αλλά και τις επενδύσεις που πρέπει να γίνουν στην χώρα. Θα ήθελα το σχόλιό σας.

Η υπερφορολόγηση των επιχειρήσεων και των πολιτών έφερε καταστροφικά αποτελέσματα. ‘Όπως τονίζεται στην έκθεση του ΟΑΣΑ, η Ελλάδα βρίσκεται στην πρώτη δεκάδα της λίστας των χωρών με την υψηλότερη φορολογία στις επιχειρήσεις. Στη λίστα περιλαμβάνονται οι φορολογικοί συντελεστές 76 χωρών, για το διάστημα 2000-2018, με την Ελλάδα να «σκαρφαλώνει» στην κορυφή λόγω της αύξησης στη φορολογία επιχειρήσεων από 24% σε 29%.

Πέραν όμως της αύξησης της φορολογίας, αυτό που αποτελεί «βαρίδι» είναι η αστάθεια του φορολογικού συστήματος και είναι ίσως το σημαντικότερο αντικίνητρο για να επενδύσει κάποιος στην Ελλάδα. Είναι πιθανόν ο καθοριστικός λόγος που οι επενδυτές αποχωρούν, μεγάλες εταιρείες μεταφέρουν την έδρα τους στο εξωτερικό, ενώ άλλες οδηγούνται στη διακοπή εργασιών. Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η έρευνα του Οργανισμού Έρευνας και Ανάλυσης, ΔιαΝΕΟσις, που αναφέρει ότι στις ΗΠΑ από την ίδρυσή τους έχουν ψηφιστεί 10 φορολογικά νομοσχέδια, ενώ στην Ελλάδα από το 1975 έχουν ψηφιστεί 250.

Πιστεύω στη δύναμη της ιδιωτικής οικονομίας και στην προσέλκυση κεφαλαίων. Η Νέα Δημοκρατία έχει εκπονήσει ένα τεκμηριωμένο και κοστολογημένο αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα μας το οποίο συμπεριλαμβάνει μείωση της γραφειοκρατίας, μείωση της φορολογίας, στήριξη διαφορετικών κλάδων. Μόνο έτσι είναι δυνατόν να δημιουργηθούν οι εύφορες προϋποθέσεις κατάλληλου επενδυτικού κλίματος στη χώρα μας.

Με δεδομένη την εμπειρία σας από τον ναυτιλιακό τομέα, πως μπορούν να αξιοποιηθούν οι εθνικές θέσεις διαπραγματευτικά για την ελληνική ναυτιλία;

Θεωρώ αδιαμφισβήτητο ότι  η Ελληνική ναυτιλία, η οποία αποτελεί το 50% της ευρωπαϊκής ναυτιλίας, είναι ένα σημαντικότατο κεφάλαιο με σημαντική συνεισφορά τόσο στην ευρωπαϊκή οικονομία αλλά και στην πολιτική και στρατηγική θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις διεθνείς σχέσεις, πρέπει να διαφυλαχθεί.

Η Ευρώπη σε ένα μεγάλο βαθμό έχει κατανοήσει το μέγεθος της ελληνικής ναυτιλίας αλλά δεν είμαι βέβαιος αν έχει κατανοήσει το πόσο σημαντική είναι η δύναμη της ευρωπαϊκής ναυτιλίας στο παγκόσμιο οικονομικό στερέωμα.  Η Ελλάδα αναμφισβήτητα παίζει ένα ενεργό ρόλο στην άσκηση της ναυτιλιακής πολιτικής μόνο και μόνο από το γεγονός ότι μπορεί και μοιράζεται τις ναυτιλιακές εμπειρίες και γνώσεις της με τους εταίρους της που σε ένα μεγάλο βαθμό δεν έχουν γνώση του θέματος.  Θα ήθελα αυτό να το συγκρίνω σε ένα βαθμό με το ότι η Ελλάδα δεν έχει την ίδια γνώση στην αυτοκινητοβιομηχανία έναντι των Γερμανών, των Γάλλων και των Ιταλών, όπως και οι Ούγγροι, οι Αυστριακοί, και οι Τσέχοι έχουν μειωμένες γνώσεις για την ναυτιλία.  Ανησυχώ γιατί σε πολλές περιπτώσεις όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλάει για ναυτιλία δεν νοιάζεται τόσο για την ποντοπόρο ναυτιλία όσο για την εσωτερική ναυτιλία της Ευρώπης και εκεί συγκεκριμένα μπερδεύει το πράγμα και σε πολλές περιπτώσεις βλέπουμε έναν υπέρμετρο ζήλο λαμβάνοντας σκληρά μέτρα της ναυτιλιακής αγοράς όσο για θέματα περιβαλλοντολογικά όσο και για οικονομικά κ.α.

Η Ευρώπη αλλά και η Ελλάδα, χρειάζονται ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης. Θα ήθελα να μου αναπτύξετε την σκέψη και την πρότασή σας.

Το όραμά μου είναι η δημιουργία μιας Ελλάδας που θα στηρίζεται στην επιχειρηματικότητα και την καινοτομία η οποία θα δημιουργεί νέες θέσεις εργασίας προκειμένου να ανταγωνίζεται επιχειρηματικά στο διεθνές περιβάλλον στηριζόμενη περισσότερο στις δικές της δυνάμεις. Αξιοποιώντας τις δεξιότητες των παραγωγικών της συντελεστών χωρίς περιορισμούς αλλά και ενισχύοντας τις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού της χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς. Πρέπει να ξεφύγουμε από τη σύγχρονη, κατασκευασμένη σε ένα μεγάλο βαθμό νοοτροπία να αναζητούμε τον εργοδότη μας στη ελληνικό δημόσιο και να επανέλθουμε στην πραγματική δύναμη του Έλληνα να δημιουργήσει και να παράξει. Ζούμε σε μία χώρα που ως παράκτια θα χρησιμοποιήσει το συγκριτικό της πλεονέκτημα που προκύπτει από τη γεωγραφική της θέση και τις γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές εξελίξεις στον πλανήτη. Έχουμε γίνει χώρα εισόδου των προϊόντων που έχει ανάγκη η Ευρώπη, όπως τον προηγούμενο αιώνα ήταν οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης, και παράλληλα έχουμε και την ισχυρότερη ναυτιλία στον πλανήτη. Τα δύο αυτά συγκριτικά πλεονεκτήματα μπορούν να φέρουν μεγάλες επενδύσεις, να δημιουργήσουν εκατοντάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας στο διαμετακομιστικό κλάδο,  στη δημιουργία κέντρων μεταποίησης και στο βιοτεχνικό περιβάλλον που δημιουργείται. Εδώ βρίσκεται η λύση των μεγάλων προβλημάτων της χώρας μας και βεβαίως απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό αποτελεί ο σεβασμός στο περιβάλλον, στην ιστορία και στις δυνατότητες της φυλής μας. Σαν Έλληνες το έχουμε επιτυχώς αναδείξει σε διεθνές επίπεδο στο χώρο της θαλάσσιας οικονομίας κι αυτό μπορούμε να το κάνουμε και στη στεριά με σεβασμό προς όλους.