Συνέντευξη της Ελένη Ροδά

186

 

Συνέντευξη στην Άννα Τσιάλτα

Φωτογραφίες Γιάννης Γκογκόπουλος

Μας άνοιξε το σπίτι της και μας εξομολογήθηκε την ζωή της. Η Ερμηνεύτρια Ελένη Ροδά μας μιλάει για το αγορόκοριτσο που ήταν, τα δύσκολα χρόνια που μεγάλωσε, τους έρωτες τα λεφτά που δεν έκανε αλλά άκουσε την συμβουλή του μπαμπά της και έχει σύνταξη. Μια εξομολόγηση από μια γυναίκα που έζησε πολλά τα χάρηκε και έκανε μια ζωή μαγική !!

Η καριέρα σας ξεκίνησε σαν ηθοποιός και όχι σαν τραγουδίστρια.
Ήρθα στην Αθήνα από την Λάρισα.
Η μητέρα μου ήταν εκπαιδευτικός και ο πατέρας μου στρατιωτικός. Μεγάλωσα πολύ κλειστά.
Παιδικά χρόνια αυστηρά.
Από το γυμνάσιο και μετά, γιατί πριν δεν ήμουν με τους γονείς μου. Η μητέρα μου ήταν δασκάλα σε χωριά και οι μετακινήσεις δεν ήταν εύκολες. Δεν υπήρχαν συγκοινωνίες. Έβαζε τα πράγματα στο γαιδουράκι κι ερχόταν περπατώντας χιλιόμετρα. Εμένα μου άρεσε πολύ ο κινηματογράφος. Είχα ερωτευτεί τον Αλεξανδράκη και ήθελα να γίνω ηθοποιός. Μεγάλωνα με τις θείες της μαμάς μου, τρεις ηλικιωμένες γυναίκες. Η μια είχε χάσει την κόρη της και ήταν μαυροφορεμένες. Έκανα ότι ήθελα.

Άτακτο κορίτσι; Αγοροκόριτσο;
Πολύ άτακτο. Πηδούσα από τα παράθυρα κι έκλεβα το γλυκό κυδώνι που είχαν κρύψει.

Πώς είναι σαν παιδί να μεγαλώνετε με τρεις ηλικιωμένες γυναίκες κι όχι με τη μαμά;
Ήμουν ευτυχισμένη, γιατί όλη την μέρα έπαιζα με τ’ αγόρια κρυφτό, ποδόσφαιρο. Όταν γινόταν κάτι με κάποιον, η γιαγιά μου πήγαινε και μάλωνε με την οικογένεια του παιδιού. Το μόνο μελανό σημείο ήταν όταν έβλεπα χωροφύλακα. Ο πατέρας μου ήταν αριστερός και αυτοεξόριστος. Δεν τον είχαν πιάσει. Μου έλεγε η γιαγιά μου, αν με ρωτούσε κάποιος πού είναι ο πατέρας μου, να πω ότι δεν ξέρω. Και δεν ήξερα.

Σαν παιδάκι, περάσατε Κατοχή;
Πέρασα τον ανταρτοπόλεμο. Έβλεπα τον σκοτωμένο αντάρτη που το έλειπε το μισό κεφάλι και δεν καταλάβαινα τι γίνεται.

Πώς ξεκίνησε η ηθοποιία;
Κάθε Κυριακή πήγαινα με τον αδελφό μου στον κινηματογράφο. Το περίμενα πώς και πώς. Ήμουν καλή αθλήτρια κι έκανα φροντιστήριο για να γίνω φιλόλογος. Είχα όμως κανονίσει με τον αδελφό του Γκουσγκούνη που ήταν φωτογράφος στη Λάρισα αλλά έπαιζε κομπάρσος σε ταινίες να πάω να τον βρω στην Αθήνα. Δεν βρήκα τον Γκουσγκούνη στο σπίτι αλλά τον συγκάτοικό του, τον σκηνοθέτη Λιάγκο που ήταν τελειόφοιτος μιας κινηματογραφικής σχολής στην οποία με πήγε.

Έμεινα για λίγο και μετά οι δάσκαλοί μου, ο Λάμπρος Κωστόπουλος που ήταν στο Εθνικό Θέατρο, με πήρε και με πήγε στον Ροντίρη. Εκεί έδωσα εξετάσεις μαζί με τον Διαλεγμένο. Εκείνος έδωσε εξετάσεις στον Κουν και το πήρε.

Εγώ ήθελα να πάω στον Ροντίρη. Ταξίδεψα μαζί του για τέσσερα χρόνια σε όλο τον κόσμο. Γνώρισα μεγάλες προσωπικότητες. Έζησα μέσα στη χλιδή. Για μας τότε, ακόμα και η τηλεόραση ή η cocacola, ήταν κάτι το ασύλληπτο. Το 1965 πήγαμε Αμερική και μετά στη Ρωσία. Από την υπερκαταναλωτική κοινωνία, πήγαμε στην τελείως αντίθετη, αλλά με μεγάλη κουλτούρα.

Ένα παιδάκι που έφυγε από την επαρχία, πήγε στην Αθήνα και μετά όλα αυτά. Πώς το βιώσατε; Τι συναισθήματα σας δημιουργήθηκαν; Γιατί υπάρχουν και παιδιά που ξεκινούν, βρίσκουν κακοτοπιές και διαλύεται η ζωή τους.
Για μένα ήταν εύκολα. Πρώτον ζούσαμε σε άλλη κοινωνία. Δεν υπήρχε η εγκληματικότητα που υπάρχει σήμερα και σαν κοινωνία δεν ήμασταν καταναλωτική. Ζούσαμε μια ήρεμη και όμορφη ζωή. Δεν είχα δει ποτέ ζητιάνους στην Αθήνα. Είχαμε πάει στην Πορτογαλία και φωτογράφιζα τους ζητιάνους.

Μπαίνετε στον κινηματογράφο και ξεκινάνε οι ταινίες.
Όταν γύρισα, δούλεψα για λίγο με τον θίασο του Γιώργου Λευτεριώτη που ήταν πρωταγωνιστής του Μουσούρη. Ήταν πολύ όμορφος άντρας. Παράτησα τον Ροντίρη και τότε θα έπαιζα τον ρόλο της Κασσάνδρας και θα πηγαίναμε στην Λατινική Αμερική. Την έχασα, γιατί ερωτεύτηκα τον Λευτεριώτη. Παντρευτήκαμε, κι έναν χρόνο μετά το διαλύσαμε. Μετά πήγα στον θίασο της Βίλμας Κύρου. Παίζαμε το «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται». Τότε ο μεγάλος θεατρικός επιχειρηματίας Μακρίδης με βάφτισε Ροδά, γιατί όπως είπε με το άλλο ήταν δύσκολο να με θυμούνται. Στην Θεσσαλονίκη ο Θεοδωράκης είπε ότι τον ενδιέφερε η φωνή μου. Είχε την Μαρία Φαραντούρη, αλλά ήθελε και μια πιο λαϊκή φωνή.

Αυτό δεν είναι λίγο και σαν να θέλεις να σου συμβούν όλα αυτά;
Δεν καταλάβαινα τι γινόταν. Τα άφηνα όλα στην τύχη. Δεν σκεφτόμουν τι θα γίνει παρακάτω. Το μόνο που σκεφτόμουν κάθε φορά, από τότε που άρχισα να τραγουδάω, ήταν τα λόγια του πατέρα μου. «Πρόσεχε, όπου και να πας, εκείνο που θα λες πρώτα, είναι τα ένσημά σου». Έτσι πήρα σύνταξη. Ήμουν η μόνη τραγουδίστρια που μου κολλούσαν ένσημα.

Μεγάλη η κουβέντα του πατέρα σας.
Όταν μάθανε όλοι ότι πήγα στην δραματική σχολή πέσανε πάνω στην μητέρα μου και της λέγανε «Κυρά Κούλα δεν ντρέπεσαι; Μια κόρη και την στέλνεις να γίνει θεατρίνα;» Σκοτώθηκαν οι γονείς μου και δεν μιλούσαν για δυο χρόνια.
Ο πατέρας μου όμως ήταν αλλιώς. Ήθελε το παιδί του να κάνει αυτό που θέλει.
Μου είπε μόνο να προσέχω, γιατί μπαίνω σε έναν περίεργο κόσμο.

Τον ακούσατε όμως.
Ναι, δεν ήθελα να τον προδώσω. Κρατήθηκα πολύ τα χρόνια που ήμουν μικρή. Γιατί ήμουν και τελείως βλαχαδερό. Στην Αθήνα τότε, μόνο το Μινιόν υπήρχε. Πήγα λοιπόν στην Ιταλία, σε ένα μεγάλο μαγαζί, είδα όλα τα σαπούνια μπροστά μου, σε όλα τα χρώματα, τρελάθηκα, πήρα μαζί μου μια βαλίτσα σαπούνια και δεν μπορούσα να τα κουβαλήσω.

Ο κινηματογράφος πώς μπαίνει στη ζωή σας;
Ο Δημόπουλος με πήρε κι έπαιξα στην «Αστέρω» με την Βουγιουκλάκη. Μετά τον Θεοδωράκη, το 1967, γύρισε την «Τρούμπα» όπου τραγουδούσα το «Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες», ένα τραγούδι του Λευτέρη Παπαδόπουλου και του Μάνου Λοΐζου.

Συνεχίσατε με τον Θεοδωράκη;
Όχι, γιατί έγινε Δικτατορία. Μετά μπήκα στις μπουάτ της Πλάκας.
Τα μπουζούκια ήρθαν πιο μετά;
Το 1967 ήρθε ο Κουβελογιάννης και με ρώτησε αν ήθελα να δουλέψω στα μπουζούκια.
Είπα «Δε βαριέσαι, πάμε»
Με πήγε στον Μιχαηλίδη, στα Δειλινά. Με ρώτησαν ποιο τραγούδι θα πω και απάντησα την Φραγκοσυριανή, γιατί είχα πολλές σχέσεις με τον Βαμβακάρη Ο μαέστρος είπε πως δεν κάνω, αλλά ο Μιχαηλίδης με κράτησε, γιατί με είδε νόστιμο κοριτσάκι. Εκεί τραγούδησαν Μοσχολιού, Ξανθόπουλος και Κόκκοτας. Ο Κόκκοτας μόλις είχε κάνει τα σουξέ του. Εκεί με άκουσε ο Λαμπρόπουλος κι έκανα έναν δίσκο Μούτσης-Γκάτσος.

Κανένας μεγάλος έρωτας;
Οι έρωτες έρχονται και παρέρχονται. Σαν κορίτσι είχα τα φλερτ μου. Μου άρεσε που με κυνηγούσαν. Ήταν όμως άλλη εποχή. Οι άντρες υπολόγιζαν τις γυναίκες. Κατέβαινα από το λεωφορείο και κάποιος βρισκόταν να με πάρει από πίσω. Τότε είχαν βγει οι πύραυλοι και όλοι μεταχειριζόταν αυτή τη λέξη και σου λέγανε «Κορίτσι μου πύραυλος είσαι;» Μέχρι να φτάσω στη Σχολή, είχα πέντε ή έξι άντρες πίσω μου. Φορούσα κάτι κολλητά ρούχα και γόβες με έντεκα πόντους τακούνι, μια αλογοουρά μέχρι τη μέση και κουνιόμουν. Παιδί ήμουν. Γιατί τότε και στα είκοσι, παιδί ήσουν. Εμείς ειδικά από την επαρχία, ήμασταν αγνοί. Λέγανε λέξεις που τώρα λέγονται κάθε μέρα και δεν τις καταλάβαινα. Τότε, όποια γυναίκα κι αν έβγαινε έξω, κάποιος βρισκόταν να την πάρει από πίσω και προσπαθούσε να της μιλήσει. Σήμερα οι άντρες ούτε γυρίζουν να κοιτάξουν τα κορίτσια. Είναι αδιάφοροι.

Κρατήσατε φιλίες από τον χώρο;
Με την Ρένα Κουμιώτη που είναι και κουμπάρα μου, την Λιζέτα Νικολάου, τον Γιάννη Πετρόπουλο, αλλά πιο στενά είμαστε με την Ρένα. Όταν μεγαλώνεις, αναθεωρείς πολλά πράγματα. Και πολλά πράγματα που σου φαινόταν καταπληκτικά και ωραία, τώρα σου φαίνονται ανούσια.
Εσείς τι αναθεωρήσατε από όλα όσα ζήσατε;
Πολλά. Πρώτα τα υλικά πράγματα. Έδινα μεγάλη σημασία. Έβγαζα πολλά λεφτά και τα ξόδευα σε πράγματα άνευ σημασίας που μου γίνανε φόρτωμα και δεν ξέρω τι να τα κάνω. Κι ενώ έβγαλα πολλά λεφτά, τώρα δεν έχω. Ζω με την σύνταξη.

Μαζέψατε χρήματα;
Όχι. Γιατί μου τα τρώγανε. Ερχόταν και μου λέγανε «Η μάνα μου είναι στο νοσοκομείο».

Βοηθούσατε;
Πάρα πολύ. Δεν ξέρω αν είναι σωστό τώρα που το λέω. Αλλά ήθελα να πω ότι δεν έχω λεφτά γιατί τα έδινα. Δεν τα εκτίμησα ποτέ. Κι αυτό είναι μεγάλο λάθος. Κι αυτό το σπίτι που έχω, είναι γιατί πούλησα το πατρικό μου, κάποια άλλα της μητέρας μου και το έφτιαξα. Και τώρα μου είναι φόρτωμα. Με ΕΝΦΙΑ και τα υπόλοιπα.

Θα αλλάζατε κάτι από την ζωή σας;
Θα την άλλαζα τελείως. Για παράδειγμα, όταν πήγα στην Αμερική και ο Καζάν δέχθηκε να σπουδάσω στη σχολή του κι ένας φίλος του ανέλαβε να με πηγαίνει τρεις μήνες το χρόνο στο Λας Βέγκας για να βγάζω τα χρήματα για όλη τη χρονιά, δεν δέχθηκα να μείνω, γιατί σκέφτηκα την οικογένειά μου. Τότε η Αμερική ήταν πολύ μακριά. Δεν την έφτανες. Με το μυαλό που έχω τώρα όμως, θα έμενα, θα σπούδαζα και μπορεί να μην είμαι Η τραγουδίστρια, αλλά είμαι καλή ηθοποιός. Κάτι θα έκανα λοιπόν.

Έχετε κάνει λάθη στη ζωή σας;
Πολλά.
Αν είχατε ένα μαγικό ραβδάκι, θα αλλάζατε μόνο αυτό; Θα μένατε στην Αμερική; Ή θα αλλάζατε και άλλα πράγματα;
Θα άλλαζα γενικά την συμπεριφορά μου. Θα είχα παντρευτεί αλλιώς, μπορεί να είχα και λεφτά. Κι ο δεύτερος άντρας μου ήταν ένας καταπληκτικός άνθρωπος. Ο Ανδρέας Καραντάνης. Σπάνιος άνθρωπος.

Κάνατε έναν γιο μαζί του.
Σαν μαμά πώς είστε;
Υπερβολική και υπερπροστατευτική.
Και κόρη να είχα, το ίδιο θα ήμουν. Όταν κάνεις ένα παιδί, τελειώνει η ζωή σου. Αν είσαι σωστός άνθρωπος. Έχεις μια τεράστια ευθύνη.

Δεν ξαναφτιάξατε την ζωή σας;
Όχι. Γιατί δεν ήθελα να βάλω μέσα κάποιον άνθρωπο με το παιδί μου.

Δεν σας λείπει όμως η συντροφικότητα;
Καθόλου πια. Ζούμε σε μια άθλια κοινωνία. Όπου κι αν γυρίσεις το βλέμμα σου, πληγώνεσαι.

Ετοιμάζετε μια δουλειά με τον Κοινούση.
Ναι. Το τραγούδι «Άνθρωποι είμαστε, σφάλματα κάνουμε» ήταν ένα τραγούδι που θα τραγουδούσα. Το κάναμε πρόβα το 1969. Δουλεύαμε με τον Κοινούση, τον Τσιτσάνη και τον Μενιδιάτη. Με την εταιρεία VMI Τόνυ Μαρτίνη κάνουμε μια εκπληκτική δουλειά που θα κυκλοφορήσει τέλη Μαΐου.

Λάθος άνθρωποι που τους ακούγατε; Γιατί, αν δεν είχατε ακούσει την φίλη σας, θα το λέγατε.
Ναι και θα είχα κάνει σουξέ. Κι αν τότε έκανες ένα σουξέ, σε έπαιρνε εταιρεία και σου έκανε συνέχεια δίσκους. Έκανα πολλά τέτοια λάθη. Πήγαινα στα σπίτια του Ζαμπέτα και του Τσιτσάνη, κάναμε πρόβες τα τραγούδια και μετά εξαφανιζόμουν. Κάποια από αυτά τα τραγούδια, θα τα βγάλω τώρα σε έναν δίσκο.

Το κυνηγάτε, σας αρέσει.
Δεν θα πω ότι τρελαίνομαι κιόλας, αλλά με μια σύνταξη δεν βγαίνεις. Αλλά και που προσπαθώ…. Σου παίρνει το 60%από αυτά που βγάζεις, γιατί έχεις σύνταξη. Εκτός από τον φόρο.

Έχετε πάρει αγάπη από τον κόσμο;
Πάρα πολλή. Και τώρα παίρνω ακόμα περισσότερη.
Το σημαντικότερο είναι που έρχονται νέοι άνθρωποι και μου λένε ότι είμαι η συμπάθεια του πατέρα τους ή της μητέρας τους. Πηγαίνω στη λαϊκή και με φορτώνουν, μου δίνουν δώρα.

Τον φοβάστε τον θάνατο;
Πολύ. Φοβάμαι την ανυπαρξία. Την μετάβαση από τη μια στιγμή στην άλλη.

Τι θα ευχηθείτε στον κόσμο;
Ο κόσμος έχει ανάγκη από ηρεμία, ευτυχία. Ευτυχία δεν έχει. Ας έχει υγεία, αξιοπρέπεια και ειρήνη.