Διαδικτιακά Τρολ και Λεκτικό Μίσος: Φαινόμενα Αντικοινωνικότητας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, Ανάλυση, και Αντιμετώπισή τους.

516
Δρ. Νικόλαος Λάος

ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΑ ΤΡΟΛ ΚΑΙ ΛΕΚΤΙΚΟ ΜΙΣΟΣ:

ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ ΑΝΤΙΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΤΑ ΜΕΣΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΔΙΚΤΥΩΣΗΣ, ΑΝΑΛΥΣΗ, ΚΑΙ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΟΥΣ

 

Η επιστήμη των τρολ στο Διαδίκτυο

Διαδικτυακά τρολ δρουν στο Twitter, σε ηλεκτρονικά fora, στο YouTube, στο Facebook κ.α. (στα ελληνικά, χρησιμοποιώ τον όρο “τρολ” και στον ενικό και στον πληθυντικό αριθμό, αλλά, στα αγγλικά, αυτός ο όρος στον ενικό αριθμό είναι “troll,” ενώ στον πληθυντικό αριθμό είναι “trolls”). Τα τρολ απολαμβάνουν να παρενοχλούν τους άλλους με τους εξής τρόπους:

  • με το να φέρονται εριστικά και αντιδραστικά (συχνά διοχετεύοντας και παραπληροφόρηση ή και ωμά ψεύδη) ώστε να προκαλέσουν επικοινωνιακή σύγχυση και συλλογιστικά βραχυκυκλώματα και να πλήξουν το δημόσιο κύρος και την αξιοπιστία του στόχου,
  • με το να εκδηλώνουν μια προκλητικώς επιδεικτική συμπεριφορά ώστε να κάνουν επιδείξεις ανωτερότητας έναντι του στόχου, ή και
  • με το να δημιουργούν παραπλανητικές απομιμήσεις του (πραγματικού και ψηφιακού) προφίλ και των δραστηριοτήτων του στόχου ώστε να προκαλούν σύγχυση για το τι είναι τι και ποιος είναι ποιος και να “ψαρεύουν” ανθρώπους για τους σκοπούς τους, τόσο διαδικτυακώς όσο και απ’ ευθείας στο κοινωνικό πεδίο.

Αρρήκτως συνδεδεμένο με το φαινόμενο των τρολ είναι και το φαινόμενο των ρητορικών επιθέσεων μίσους. Με άλλα λόγια, το τρολάρισμα μπορεί να συνοδεύεται από λεκτικό μίσος (“hate speech”). Αυτά τα ζητήματα απασχολούν πλέον σοβαρά σημαντικούς πολιτικούς, οικονομικούς, και πνευματικούς οργανισμούς διεθνώς. Για παράδειγμα, όπως ανακοίνωσε η ίδια η Ομάδα Bilderberg, στις ετήσιες συνόδους της του 2018 (Τορίνο, Ιταλία)  και του 2019 (Μοντρέ, Ελβετία), ασχολήθηκε με αυτά τα ζητήματα στο πλαίσιο της μελέτης του λαϊκισμού και της μετατροπής των μέσων κοινωνικής δικτύωσης σε όπλα και σε αντικείμενα δόλιας κατάχρησης.

Ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι και πώς μπορούν να αξιολογηθούν βάσει της επιστημονικής ψυχολογίας; Πολλοί άνθρωποι χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να συζητούν μεταξύ τους, ακόμη και για να διεξάγουν διανοητικώς ιδιαιτέρως απαιτητικούς διαλόγους, αλλά έρευνες έχουν δείξει ότι περίπου το έξι τοις εκατό των ατόμων που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παραδέχονται ότι είναι τρολ ή ότι απολαμβάνουν το ηλεκτρονικό τρολάρισμα (trolling). Εξ ου και επιστήμονες έχουν μελετήσει πλέον μεγάλες ομάδες από τρολ για να κατανοήσουν αυτό το φαινόμενο, και έχουν βρει πολλά σκοτεινά χαρακτηριστικά των τρολ. Συγκεκριμένα, αυτοί που τρολάρουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης χαρακτηρίζονται από υψηλά επίπεδα κοινωνιοπάθειας, ναρκισσισμού, και ακόμη σαδισμού.

Διευκρίνιση ψυχολογικών όρων για την κατανόηση της κλινικής κατάστασης των τρολ

Κοινωνιοπαθής: Ο κοινωνιοπαθής επικοινωνεί με άλλους ανθρώπους και εκφράζει αισθήματα, αλλά, μέσα του, δεν έχει πραγματικά αισθήματα κοινωνικότητας. Τα αισθήματά του είναι παροδικά και ιδιοτελή, υπηρετώντας απλώς τους σκοπούς του. Γι’ αυτόν τον λόγο, οι κοινωνιοπαθείς είναι ταχύτατοι στο να συνάπτουν φιλίες. Στην αρχή, μάλιστα, μιας φιλίας με κοινωνιοπαθή, ο κοινωνιοπαθής μπορεί να σας πει ότι είστε πολύ σημαντικό πρόσωπο για εκείνον, ίσως και ότι είστε ο καλύτερος φίλος του ή η καλύτερη φίλη του, αντιστοίχως. Αυτό θα το κάνει διότι, καθώς κυβερνάται απόλυτα από το Εγώ, αντιλαμβάνεται τη φιλία ως δικαίωμα χρήσης (του “φίλου” από τον ίδιο) και ως παροχή (ευνοιών από τον “φίλο” προς τον ίδιο), και, άρα, πράγματι, από αυτήν την προοπτική, ένας φίλος μπορεί να είναι πολύ σημαντικός για τον κοινωνιοπαθή (ως “περιουσιακό στοιχείο” του κοινωνιοπαθούς). Γενικώς, ο κοινωνιοπαθής αντιμετωπίζει τους άλλους ανθρώπους σαν αντικείμενα, αλλά, στη συνείδηση του κοινωνιοπαθή, οι φίλοι μετατρέπονται, από απλά αντικείμενα, σε χρήσιμους πόρους και δικαιώματα χρήσης αυτών των πόρων.

Κατ’ επέκταση, ένα ακόμη κλινικό χαρακτηριστικό των κοινωνιοπαθών είναι ότι δεν αισθάνονται τύψεις ούτε υποχρεώσεις προς τους άλλους, υπό την έννοια ότι διαθέτουν μεν τον ψυχικό μηχανισμό για να αισθανθούν, τουλάχιστον υποτυπωδώς, τύψεις και υποχρεώσεις προς τους άλλους, έστω ενστικτωδώς και υποσυνειδήτως, αλλά αυτός ο μηχανισμός είναι εντελώς υποδουλωμένος στο Εγώ. Για την ακρίβεια, λοιπόν, μπορεί οι κοινωνιοπαθείς να αισθανθούν τύψεις όταν αυτό το αίσθημα είναι, για κάποιον λόγο, χρήσιμο στους ίδιους για λόγους τακτικής, αλλά αυτό το αίσθημά τους δεν θα διαρκέσει περισσότερο από όσο τους είναι χρήσιμο για λόγους τακτικής. Επίσης, οι κοινωνιοπαθείς είναι εξαιρετικώς ικανοί στη χειραγώγηση ανθρώπων και στη διατύπωση ψεμάτων, καθώς χαρακτηρίζονται από υπανάπτυκτη ηθική συνείδηση και εγωκεντρισμό.

Οι κοινωνιοπαθείς δεν μπορούν ποτέ να αποτελέσουν πραγματικούς ηγέτες (άσχετο το ότι μπορεί να καταλάβουν ηγετικές θέσεις). Ο πραγματικός ηγέτης υπηρετεί ένα υψηλό ιδεώδες, ένα στρατηγικό όραμα, ή, θα μπορούσαμε να πούμε, μια Πλατωνική ιδέα, που υπερβαίνει την πράξη καθ’ εαυτή και την κυβερνά “από επάνω.” Αντίθετα, στη ζωή των κοινωνιοπαθών, δεν υπάρχει μια ανώτερη υπαρξιακή στρατηγική, δεν υπάρχει ένα υπερβατικό ιδεώδες, αλλά υπάρχουν μόνο οι άμεσοι στόχοι, οι άμεσες σκοπιμότητες, τις οποίες προσπαθούν να επιτύχουν.

Ο ηγέτης μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις που προκαλούν πόνο ή δυσαρέσκεια. Οι στρατιωτικοί ηγέτες, μάλιστα, μπορεί να θυσιάσουν ακόμη και ανθρώπους για χάρη των τελικών σκοπών ενός σχεδίου. Όμως είναι υγιείς συνειδήσεις, και δεν πρόκειται να θυσιάσουν ανθρώπους χωρίς λόγο. Γενικώς, όταν ο ηγέτης λαμβάνει αποφάσεις που προκαλούν πόνο ή δυσαρέσκεια, το κάνει όχι για να “χρησιμοποιήσει” τους ανθρώπους, αλλά για να τους οργανώσει με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο που μπορεί, ώστε να βελτιστοποιηθεί το σύστημα διοίκησης. Ο πραγματικός ηγέτης βλέπει τη ζωή από την προοπτική ενός ανωτέρου στρατηγικού υπαρξιακού οράματος, που δίδει νόημα στις πράξεις του, ενώ ο κοινωνιοπαθής βλέπει τη ζωή σαν ένα παίγνιο όπου κάνει κινήσεις υπαγορευόμενες από το ιδιοτελές Εγώ του. Εξ ου και ο κοινωνιοπαθής, για να ελέγξει το περιβάλλον του, θα κάνει τα πάντα: θα προσποιηθεί αγάπη, θα κολακεύσει, θα προβεί σε εξυπηρετήσεις με σκοπό να εξαρτήσει αυτόν που εξυπηρετεί, θα αφηγηθεί ψεύτικες ιστορίες, θα περιαυτολογήσει για να πείσει τους άλλους ότι είναι πολύ έξυπνος και ότι το σχέδιο που έχει εξυφάνει μπορεί να δώσει λύσεις σε σημαντικά προβλήματα και να επιφέρει ευημερία κ.ο.κ.

Όσοι ενδώσουν στον κοινωνιοπαθή και πειστούν από αυτόν, θα γίνουν αντικείμενα του δικού του περιβάλλοντος, δηλαδή, θα αντιμετωπίζονται πλέον από τον κοινωνιοπαθή σαν “περιουσιακά στοιχεία” του προς εκμετάλλευση από τον ίδιο, και, βεβαίως, όταν ο κοινωνιοπαθής κρίνει ότι κάποιος από τους ανθρώπους του περιβάλλοντός του δεν του είναι πλέον χρήσιμος, θα παύσει να τον αντιμετωπίζει φιλικά και να του ανταποδίδει ωφέλειες για τις υπηρεσίες του.

Νάρκισσος: Ο νάρκισσος ζει σε έναν κόσμο αφηγήσεων, υπό την έννοια ότι αυτό που έχει σημασία για τον νάρκισσο είναι οι αφηγήσεις, όχι τα γεγονότα. Σε αντίθεση προς τον κοινωνιοπαθή, ο οποίος τείνει να ψεύδεται συνεχώς, ο νάρκισσος δεν λέγει συνήθως ψέματα, αλλά τείνει να επανερμηνεύει αυθαιρέτως τα γεγονότα. Για παράδειγμα, ο νάρκισσος θα προσπαθήσει να πείσει τους άλλους ότι αυτό που κάνει είναι μοναδικό και υπέροχο, και ότι, στο πεδίο με το οποίο ασχολείται, είναι ο καλύτερος. Ο νάρκισσος δεν θα πει τελείως ψέματα περί των γεγονότων, αλλά θα παραποιήσει τα γεγονότα, κυρίως διατυπώνοντας υπερβολές και υποβάλλοντας τα γεγονότα σε μια δική του κακή “κατεργασία,” προκειμένου να τα κάνει να ταιριάζουν με την αφήγησή του. Οι νάρκισσοι έχουν ανάγκη να είναι το κέντρο της προσοχής των άλλων, και, γι’ αυτόν τον λόγο, ζουν με αφηγήσεις που εξυπηρετούν αυτήν την ανάγκη τους.

Ενώ ο κοινωνιοπαθής δεν αναγνωρίζει καθόλου την πραγματικότητα των άλλων ανθρώπων, ο νάρκισσος δεν αναγνωρίζει συγκεκριμένα την πραγματικότητα των επιθυμιών και των στόχων των άλλων ανθρώπων. Στη συνείδηση του νάρκισσου, οι άλλοι άνθρωποι είναι παρόντες μόνο για να επιβεβαιώσουν το Εγώ του και να του εκφράσουν τον θαυμασμό τους προς εκείνον. Ο νάρκισσος έχει παθολογική ανάγκη να αποτελεί αντικείμενο θαυμασμού, να είναι το κέντρο της αφήγησης, ο μοναδικός πρωταγωνιστής της ιστορίας, και, γι’ αυτόν τον λόγο, έχει ανάγκη οι άλλοι άνθρωποι να συμμετέχουν στο “θεατρικό έργο” που επινοεί και παίζει.

Εάν ασχολείστε με κάτι το οποίο γνωρίζει και ο νάρκισσος με τον οποίο συναναστρέφεστε, ο νάρκισσος θα αρχίσει να επισημαίνει πόσο καλά το κάνει και ο ίδιος, να σας ασκεί κριτική και να σας διδάσκει περί του πώς θα το κάνετε καλύτερα σύμφωνα με την εμπειρία και τις σκέψεις του ιδίου. Για παράδειγμα, αν οδηγείτε ένα αυτοκίνητο και δίπλα σας έχετε έναν νάρκισσο που επίσης γνωρίζει οδήγηση, ο νάρκισσος θα αρχίσει να λέγει πόσο καλός οδηγός είναι, να αναφέρει περιστατικά όπου διακρίθηκε για τις ικανότητές του στην οδήγηση και να σας συμβουλεύει για το πώς θα οδηγείτε ακόμη καλύτερα. Σε περίπτωση που ο νάρκισσος με τον οποίο συναναστρέφεστε δεν γνωρίζει, τουλάχιστον τόσο όσο εσείς, το αντικείμενο με το οποίο ασχολείστε, θα βρει έναν τρόπο να υποστηρίξει, αναφορικώς με αυτό το αντικείμενο, μια άποψη αντίθετη προς τη δική σας προκειμένου να απαξιώσει ή να υποβιβάσει τις γνώσεις σας. Για παράδειγμα, έστω ότι είστε ένας επιστήμων διατροφολόγος που έχει διαμορφώσει μια επιστημονικώς ορθή δίαιτα, και συζητάτε με έναν νάρκισσο ο οποίος δεν έχει αντίστοιχες ειδικές επιστημονικές γνώσεις με τις δικές σας, και, συνεπώς, δεν μπορεί να σας ανταγωνιστεί στο πεδίο της επιστημονικής διατροφολογίας. Σε αυτήν την περίπτωση, αφού ο νάρκισσος δεν μπορεί να αμφισβητήσει την εργασία σας με τα κριτήρια και τις μεθόδους της επιστήμης σας, θα προσπαθήσει να σας αμφισβητήσει επικαλούμενος μια εναλλακτική δίαιτα βασισμένη, λ.χ., στην παραδοσιακή κινέζικη ιατρική ή στην κουζίνα των ιθαγενών πληθυσμών (“Aborigines”) της Αυστραλίας. Γενικώς, ο νάρκισσος επιδιώκει να υποβιβάζει τους άλλους έναντι του εαυτού του προκειμένου να τους πείσει να τον θαυμάσουν, να τον ακολουθήσουν και να διδαχθούν από αυτόν.

Επειδή το Εγώ του νάρκισσου δεν βασίζεται στην πραγματικότητα καθ’ εαυτή, αλλά σε μια παραμορφωτική ερμηνεία της πραγματικότητας, συχνά, η πραγματικότητα τιμωρεί τον νάρκισσο, φέροντάς τον αντιμέτωπο με εμπειρίες αποτυχίας. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο νάρκισσος προβαίνει σε βολικές για τον ίδιο εκλογικεύσεις, προκειμένου να δικαιολογήσει την αφήγησή του. Για παράδειγμα, εάν ένας νάρκισσος μουσουργός, με τη συμπεριφορά του, προκαλέσει τη διάλυση της μπάντας του και την απόρριψή του από μια μεγάλη δισκογραφική εταιρεία, θα εκλογικεύσει αυτά τα συμβάντα λέγοντας, π.χ., ότι δεν θέλει να “πωλήσει” την ψυχή του στις μεγάλες εμπορικές εταιρείες για να γίνει δημοφιλής, ότι προτιμά εναλλακτικά δίκτυα κουλτούρας, ότι οι μπάντες έρχονται και παρέρχονται αλλά τα πράγματα που έχουν τη μεγαλύτερη σημασία είναι η ποιότητα και η αυτοέκφραση του μουσουργού και ότι, γι’ αυτούς τους λόγους, επιλέγει να ακολουθήσει “σόλο” καριέρα κ.ο.κ. Ο νάρκισσος συνεχώς επανερμηνεύει τα πάντα γύρω του με τέτοιον τρόπο ώστε να προκύπτει ότι ο ίδιος είναι ο καλύτερος, ότι για τα όποια προβλήματα φταίνε οι άλλοι, και ότι τα λάθη του δεν είναι πραγματικά λάθη αλλά συνειδητές επιλογές του, διότι ο νάρκισσος δεν μπορεί ποτέ να παραδεχθεί ότι διέπραξε ένα καθαρό και σοβαρό λάθος.

Σε περίπτωση που, υπό το βάρος πραγματικών γεγονότων, ο νάρκισσος δεν μπορεί να αναδιατυπώσει τη ναρκισσιστική αφήγησή του και εξαναγκαστεί να παραδεχθεί ότι δεν είναι τέλειος ούτε υπερ-ήρωας, θα αντιδράσει με πολύ βίαιο τρόπο. Ενώ ο κοινωνιοπαθής χρησιμοποιεί τη βία εργαλειακά, δηλαδή, ως ένα μέσο αντίδρασης, χωρίς να αισθάνεται πραγματικά οργισμένος με κάτι, ο νάρκισσος βιώνει ναρκισσιστική οργή όταν η πραγματικότητα συντρίβει τον φαντασιακό του κόσμο και τον εξαναγκάζει να παραδεχθεί τα λάθη του. Όταν η πραγματικότητα απογυμνώνει τον νάρκισσο από τις παραισθήσεις του και τις φαντασιώσεις του, το μόνο που του μένει είναι μια απόλυτη οργή εναντίον όλου τον κόσμου. Η επιβολή βιαίων και μαζικών μέτρων κατασταλτικής πολιτικής εκ μέρους απολυταρχικών εξουσιών, η διάπραξη τρομοκρατικών εγκλημάτων, η διάπραξη τελετουργικών δολοφονιών ή αυτοκτονιών στο πλαίσιο αποκρυφιστικών οργανώσεων και αιρετικών λατρειών, η εκδήλωση εντόνων σεκταριστικών στάσεων και η εκδήλωση έντονης αντιδραστικής συμπεριφοράς απέναντι στη διατύπωση ορθών νουθεσιών και ακριβών εξηγήσεων αποτελούν συχνά ακραίες εκδηλώσεις ναρκισσιστικής οργής.

Σαδιστής: οι σαδιστές δεν είναι πάντοτε εγκληματίες, αλλά είναι γενικώς άτομα για τα οποία η αγριότητα, συγκεκριμένα, η άσκηση πόνου σε άλλους ή η παρενόχληση άλλων, μπορεί να αποτελεί μια διεγερτική και ηδονική εμπειρία, και, γι’ αυτόν τον λόγο, μάλιστα, υπάρχει και η κατηγορία του λεγομένου “καθημερινού σαδισμού,” ο οποίο μπορεί, λ.χ., να εκτονώνεται μέσω βιαίων σπορ, παρακολούθησης βιαίων ταινιών, και μέσω άλλων δραστηριοτήτων εκτόνωσης της σαδιστικής βίας.

Η απήχηση, η επίδραση, και η αντιμετώπιση των τρολ

Τα τρολ δεν σχολιάζουν μόνο περισσότερο, αλλά και λαμβάνουν περισσότερες απαντήσεις από όσες λαμβάνει ο μέσος χρήστης κοινωνικής δικτύωσης. Άρα, κατ’ αρχήν, επιτυγχάνουν να προσελκύουν τους άλλους. Επί πλέον, η αρνητική ανάδραση (negative feedback), δηλαδή, η διατύπωση αρνητικών απαντήσεων σε τρολ διεγείρει ακόμη δριμύτερη απάντηση εκ μέρους των τρολ, και , γενικώς, η συμπεριφορά των τρολ επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου όταν αντιμετωπίζουν αρνητική ανάδραση (εξ ου και έχει κι εδώ εφαρμογή το ρητό “ο γιατρός είπε να λέμε ναι”).

Εκτός από τα τρολ που τρολάρουν απλώς για να εκδηλώσουν τη διαταραχή της προσωπικότητάς τους, υπάρχουν και τα τρολ που μισθώνονται από κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών, ιδιωτικές εταιρείες, και άλλες οργανώσεις με σκοπό να τρολάρουν στόχους κατ’ επάγγελμα και κατ’ εντολή. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της διεξαγωγής προπαγανδιστικών-ψυχολογικών επιχειρήσεων (δηλαδή, παρα-πληροφοριακού πολέμου) από κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών, ένα τρολ που εργάζεται επαγγελματικώς για μια κρατική υπηρεσία πληροφοριών (ή, συχνότερα, για μια ελεγχόμενη από αυτήν εταιρεία-βιτρίνα) μπορεί να χειρίζεται πολλά ψεύτικα ηλεκτρονικά προφίλ συγχρόνως και να τρολάρει με όλα αυτά μαζί ή με όσα εξ αυτών των προφίλ έχει αποδεχθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσής του ο στόχος.

Όταν έρχεστε αντιμέτωποι με τρολ, πρέπει να έχετε υπόψη σας ότι είναι αντικοινωνικά άτομα (μεταξύ των οποίων, όπως προανέφερα, υπάρχουν αυξημένες εκδηλώσεις κοινωνιοπάθειας, ναρκισσισμού, και σαδισμού) και ότι έχουν σκοπό να σας παρενοχλήσουν και να υπονομεύσουν μια φυσιολογική επικοινωνιακή διαδικασία. Επειδή τα τρολ πάσχουν από συγκεκριμένες γνωστές διαταραχές προσωπικότητας (κυρίως κοινωνιοπάθεια, ναρκισσισμό, ή και σαδισμό) και ακολουθούν συγκεκριμένες ευδιάκριτες παρτιτούρες δράσης, γίνονται σύντομα και εύκολα αντιληπτά από όποιον έχει στοιχειώδη γνώση ψυχολογίας και ρητορικής. Γι’ αυτόν τον λόγο, λοιπόν, μπορείτε να αφήσετε ή και να εξωθήσετε τα τρολ να εκδηλωθούν ώστε να αυτοαπαξιωθούν (τουλάχιστον στη συνείδηση των επαρκώς καλλιεργημένων ανθρώπων) ή να τα εξαλείψετε πλήρως από τα επικοινωνιακά σας δίκτυα, αλλά, σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να μπείτε σε σοβαρό διάλογο μαζί τους. Τα τρολ, σαν παράσιτα, τρέφονται από τη δυστυχία/δυσθυμία σας και επιδιώκουν να λάβουν επικύρωση από τις αντιδράσεις σας, αλλά, αν τα αγνοήσετε εντελώς ή τα αντιμετωπίσετε με μια ριζική ρητορική που τα εκθέτει-καταγγέλλει ως νοσηρά και παρασιτικά φαινόμενα, τότε μειώνετε καθοριστικά τις δυνατότητές τους. Όταν δεν ενδίδετε στη λογική και στα κόλπα των τρολ, τους στερείτε την ενέργεια που θέλουν να πάρουν από εσάς, και είναι σαν να στερείτε οξυγόνο από μια φωτιά.

 

(“Perseus and Medusa,” a pastel by Adrian Rodriguez, 2012)

Στρατηγικό Σχέδιο Περσέας

Επί πλέον των προαναφερθεισών συμβουλών για τον τρόπο αντιμετώπισης τρολ και λεκτικού μίσους, μπορείτε να εφαρμόσετε και μια γενική, στρατηγική πολιτική, την οποία ονομάζω “σχέδιο Περσέας.” Θέλετε να αντιμετωπίσετε τρολ και σχόλια μίσους; Τότε, να γίνετε μια δύναμη του αγαθού. Χρησιμοποιήστε το αγαθό ως ασύμμετρη απειλή σε μια επίθεση από τρολ και σχόλια που υποκινούν το μίσος, έχοντας ως παράδειγμά τον Περσέα, που σκότωσε τη Μέδουσα. Δηλαδή, αποδομήστε το κακό και δράστε εκπολιτιστικά.

Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, η Μέδουσα κατοικούσε σε μια σκοτεινή σπηλιά στη μακρινή Δύση (σε ένα σκοτεινό άκρο του κόσμου) μαζί με δύο άλλα τέρατα, τη Σθενώ και την Ευρυάλη. Αυτές οι τρεις τερατώδεις μορφές συμβολίζουν τις τερατώδεις διαστρεβλώσεις της ψυχής που προκαλούνται από τις διαστρεβλώσεις των κοινωνικών, των σεξουαλικών, και των πνευματικών ωθήσεων του ατόμου. Η Μέδουσα, συγκεκριμένα, συμβολίζει τη διαστρέβλωση της πνευματικότητας.

Ειδικότερα, η Μέδουσα συμβολίζει τον φόβο και την απογοήτευση από τον εαυτό που κυριεύουν μια ματαιόδοξη ψυχή όταν, σε στιγμές που βλέπει καθαρά, έρχεται αντιμέτωπη με τον πραγματικό εαυτό της. Με άλλα λόγια, η Μέδουσα είναι ένα σύμβολο της διαστρεβλωμένης εικόνας του εαυτού και της ενοχής, τις οποίες αμφότερες διακρίνει κάπως το άτομο σε στιγμές που μειώνεται ή χαλαρώνει η ματαιοδοξία του. Η απολίθωση, που σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, προκαλούνταν σε όποιον κοίταζε το κεφάλι της Μέδουσας υποδηλώνει τη συνέπεια της φρίκης και, συγκεκριμένα, τις συνέπειες που έχει η ανικανότητα κάποιου να υπομείνει και να χειριστεί σωστά την πραγματική αλήθεια αναφορικώς με τον εαυτό του. Πολλές, φορές δημιουργικές δυνάμεις του ανθρώπου εγκλωβίζονται και πάνε χαμένες μέσα σε ενοχές, συγκρίσεις με άλλους, αισθήματα μειονεξίας, παράπονα, και στην επιθυμία κακού για τους άλλους. Εξ ου και όποιος βλέπει τον εαυτό του μέσα από τον παραμορφωτικό υπαρξιακό καθρέπτη τον οποίο συμβολίζει το κεφάλι της Μέδουσας απολιθώνεται.

Στον ασύμμετρο πόλεμό του εναντίον της Μέδουσας, ο Περσέας είναι εφοδιασμένος με τη λαμπερή ασπίδα της θεάς Αθηνάς, η οποία ήταν η θεά της σοφίας. Ενώ το κεφάλι της Μέδουσας είναι ένας παραμορφωτικός καθρέπτης του εαυτού (εξ ου και προκαλεί απολίθωση), η ασπίδα της Αθηνάς είναι ένας αξιόπιστος υπαρξιακός καθρέπτης μέσα στον οποίο κάποιος βλέπει τον εαυτό του όπως είναι και όχι όπως θα ήθελε ή φαντάζεται ότι είναι. Για να μπορέσει να σκοτώσει τη Μέδουσα-πλάνη χωρίς να τον απολιθώσει η ματιά της (η επαφή με την πλάνη), ο Περσέας πρέπει να δει μέσα από την ασπίδα της Αθηνάς, δηλαδή, μέσα από την ασπίδα της ορθής γνώσης και αυτογνωσίας.

Ο διδακτικός μύθος του αποκεφαλισμού της Μέδουσας από τον Περσέα δεν σταματά εδώ. Σύμφωνα με την αρχαία ελληνική μυθολογία, από το αίμα που έσταξε από τον αποκεφαλισμό της Μέδουσας, αναδύθηκαν ο Χρυσάωρ, δηλαδή, ένα χρυσό σπαθί, το οποίο συμβολίζει την υγιή και ορθή πνευματικότητα, και το φτερωτό άλογο Πήγασος, το οποίο συμβολίζει τη δημιουργική φαντασία, η οποία γεννιέται από τον θάνατο της διεστραμμένης φαντασίας. Το έργο, λοιπόν, του Περσέα, συγκεκριμένα, ο ασύμμετρος πόλεμός του εναντίον του τέρατος της διεστραμμένης πνευματικότητας, ολοκληρώνεται μεταβάλλοντας την αρνητική ενέργεια σε θετική.